Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 29 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009


του Σεβ. Μητροπολίου Λέρου Καλύμνου και Αστυπαλαίας κ.κ. Παϊσίου




Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών και η ευαγγελική περικοπή πού ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, μας καταγράφει την δυστυχία ενός πατέρα, ενός πατέρα που έβλεπε το παιδί του από μικρή ηλικία να βασανίζεται από το ακάθαρτο και πονηρό πνεύμα.
Πονούσε πολύ ο δυστυχής πατέρας, πονούσε, όμως, πιο πολύ η πατρική καρδιά του όταν έβλεπε το παιδί του να κυλιέται κάτω στην γή, να σπαράσσει, να αφρίζει και να τρίζει τα δόντια του και να ξηραίνεται: «Οπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας του και ξηραίνεται».
Ο δυστυχής πατέρας παντού τρέχει, προκειμένου το παιδί του να απαλλαγή από το μεγάλο κακό, μα τίποτε δεν του δίδει την μεγάλη χαρά. Στην απελπισία του πλησιάζει τους μαθητές του Κυρίου και τους παρακαλεί, τους ικετεύει να τον βοηθήσουν. Αυτοί όμως δέν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το ταλαίπωρο παιδί. Το πονηρό, μιαρό και ακάθαρτο πνεύμα είχε βαθιά ριζώσει μέσα του και ως εκ τούτου απαιτείται δύναμις ισχυρή για την θεραπεία.
Και ώ! του θαύματος, η παρουσία του Μεγάλου Ιατρού της ψυχής και του σώματος, του Θεανθρώπου Ιησού είναι καταλυτική για τον δυστυχισμένο πατέρα. Με δάκρυα στα μάτια και γονατιστός παρακαλεί θερμώς και ικετεύει τον Κύριο της Δόξης, του ελέους και της ευσπλαχνίας να τον βοηθήσει, και να θεραπεύσει το παιδί του: «Εἰ τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαχνισθείς έφ’ ημάς».
Καθώς φαίνεται, ο δυστυχισμένος πατέρας δεν πίστευε στον Θεό, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τά βάθη των ανθρώπων γινώσκων», να απαλλάξει το παιδί του από τις συνεχείς ενέργειες του διαβόλου και των αγγέλων αυτού. Στην μεγάλη του όμως απελπισία και στον πατρικό πόνο του πλησίασε τον Μέγα Ιατρό της ψυχής και του σώματος. Και ο Κύριος τον ερωτά: «πόσος χρόνος εστί, ως τούτο γέγονεν αυτώ;», όχι γιατί ο Παντογνώστης Κύριος αγνοούσε τον χρόνο της αρρώστιας του νέου, αλλά ήθελε να διδάξει ότι, η κατάσταση της υγείας του είχε σαν αιτία και αρχή την απιστία του πατέρα και μάλιστα την αμέλεια διά την ηθική μόρφωση του παιδιού του.
Αδελφοί μου, η αμέλεια του πατέρα για την ηθική μόρφωση του παιδιού και η κακή ανατροφή είχαν σαν αποτέλεσμα την δυστυχία του νέου εκείνου, πού από μικρή ηλικία τον βασάνιζε ο δαίμονας.
Μήπως όμως και σήμερα πολλοί γονείς δεν αμελούν για την χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους; Μήπως και σήμερα πολλοί γονείς δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους τήδε κακείσε; Μήπως και σήμερα πολλοί γονείς ούτε καν ενδιαφέρονται να μορφώσουν ηθικά τα παιδιά τους και να τα διαπαιδαγωγήσουν στα νάματα της Ἑλληνο-Ορθοδόξης πίστης;
Δεν αρνούμαι, αγαπητοί μου ότι η ανατροφή των παιδιών ηταν και είναι δύσκολο έργο και τούτο γιατί επιδρούν πολλοί παράγοντες: η κληρονομικότητα, το περιβάλλον, η μη αρμονική συμβίωση των γονέων, και μάλιστα, σήμερα οι σύγχρονες θεωρίες, του δήθεν πεπολιτισμένου κόσμου, κάθε άλλο παρά βοηθούν διά την ελληνοχριστιανική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.
Αγαπητοί μου, «οι γονείς», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «εκτρέφετε τα τέκνα υμών εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Αγαπητοί μου, γονείς και κηδεμόνες των παιδιῶν, επαγρυπνείτε και προσέχετε μήπως η ματαιότητα του κόσμου τούτου, το ψέμα, το πάθος, η κακία, η φιλαργυρία, η κακή συναναστροφή διαφθείρουν τις εύπλαστες ψυχές των τέκνων σας. Αγρυπνείτε και προσέχετε. Εμπνεύσατε στις ψυχές τους τον φόβο του Θεού και την αγάπη προς το καλό, το ωραίο και το ευγενές.
Η Χριστιανική θρησκεία είναι θρησκεία του αγαθού και καθιστά τους ανθρώπους χρηστούς, φιλοπόνους και σώφρονες. Η καλή ανατροφή των παιδιών είναι η ωραιότερη και ωφελιμότερη πράξη, είναι η υψηλότερη και εθνικότερη εργασία, είναι η μεγαλύτερα επένδυση πού ἐχετε να κἀνετε στην ζωή σας.
Αναθρέψατε, λοιπόν, τα παιδιά σας, αγαπητοί μου γονείς, «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», κατά τον Απόστολον Παύλον. ΑΜΗΝ .
Ο.Λ.Κ.Α.Π.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Πρόγραμμα εορτής Αγιου Σάββα το Νέου του εν Καλύμνω ασκήσαντος



ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
Ι.ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΛΕΡΟΥ ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΟΡΤΗΣ ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ

Την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών 5 Απριλίου 2009, εορτάζει η τοπική Εκκλησία μας την μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Σάββα του εν Καλύμνω Ασκήσαντος.

Το εσπέρας του Σαββάτου 4 Απριλίου και ώρα 7 μ.μ. θα τελεσθη στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, όπου φυλάσσεται το χαριτόβρυτο Σκηνος του Αγίου μας, Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός χοροστατουντος Αρχιερέως, ο οποιος και θα κηρύξη τον Θειον Λόγον.

Μετά το πέρας του Εσπερινού και περί ώρα 10 μ.μ. θα τελεσθη Αγρυπνία (Μικρόν Απόδειπνον, χαιρετισμοί του Αγίου, Μεσονυκτικόν, Όρθρος, Νυκτερινή Θεία Λειτουργία). Θα χοροστατήση ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας κ. Παΐσιος, ώρα 10 μ.μ. – 2 π.μ..

Το πρωΐ της Κυριακης 5 Απριλίου θα τελεσθη Αρχιερατική Θεία Λειτουργία και η λιτάνευσις της Αγίας Εικόνος του Αγίου εντός της Ιερας Μονης. Τον Θειο Λόγο θα κηρύξη ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αλικαρνασσου κ. Εμμανουήλ.

Το απόγευμα της Κυριακης και περί ώρα 6 μ.μ. θα τελεσθη Κατανυκτικός Εσπερινός, θα ψαλη η Παράκλησις του Οσίου Πατρός ημων Σάββα και θα κηρύξη τον Θειο Λόγο ο Πανοσιολογιώτατος Πρωτοσύγκελλος της Ιερας Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης κ. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως

ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ
Ο φωτεινός αυτός αστέρας της χορείας των Αγίων , ο Θεοφιλέστατος πατήρ , προστάτης της ευσεβούς νήσου Καλύμνου Σάββας ο νέος, γεννήθηκε το έτος 1862 στην Ηρακλείτσα της περιφέρειας Αβδίμ της Ανατολικής Θράκης, από πτωχούς και απλούς γονείς τον Κωνσταντίνο και τη Σμαραγδή και έλαβε το όνομα Βασίλειος.
Ο Βασίλειος μεγάλωσε έχοντας βαθιά πίστη και μεγάλη ευσέβεια και προσπαθώντας να μιμηθεί την άσκηση των Αγίων της Εκκλησίας μας. Διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα χωρίς να συνεχίσει περαιτέρω σπουδές και ο πατέρας του αποφάσισε να του ανοίξει ένα μικρό κατάστημα. Στην ηλικία των δώδεκα ετών ο Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινά ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στα μέτρα του και ποθούσε μια άλλη ζωή ,αυτή της περισυλλογής .
Μέσα του γινόταν μια δύσκολη πάλη , μεγάλες οι πιέσεις της μητέρας του ισχυρή όμως και η έλξη του Θεού,. Ο μικρός Βασίλειος έλαβε πλέον την αμετάκλητη απόφαση να φύγει, εγκαταλείποντας τα εγκόσμια κατευθύνεται στο Περιβόλι της Παναγίας , στην ιερά σκήτη της Αγίας Αννης , όπου ζεί πλέον με προσευχή και εγκράτεια επί 12 έτη και όπου διδάσκεται την Αγιογραφία και τη Βυζαντινή Μουσική.
Έντονη ήταν η επιθυμία του Αγίου να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους και το πραγματοποιεί αφού πρώτα διέρχεται από την γενέτειρά του . Δέος τον καταλαμβάνει καθώς αντικρίζει στον Πανάγιο Τάφο . Ελπίζοντας πάντα στη βοήθεια του Θεού εισέρχεται στην Ι. Μονή Αγ. Γεωργίου Χοτζεβα και γίνεται αδελφός της Μονής., όπου έπειτα από τριετή ενάρετο βίο κείρεται μοναχός το 1890 και αργότερα το 1894 στέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονής Καλλίνικο στην Ιερά σκήτη της Αγίας Αννης του Αγίου Ορους κοντά στον Αρχιμανδρίτη Άνθιμο για να ασκηθεί περισσότερο στην αγιογραφία , επανέρχεται δε το 1897. Το 1902 προχειρίζεται σε Διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο , διατελεί έως το 1906 εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο τελευταίος αποφαινόμενος περί του Αγίου Σάββα , πριν ακόμη κοιμηθεί, στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό έλεγε : “ Να ξέρεις Γεράσιμε ότι ο πατήρ Σάββας είναι Αγιος άνθρωπος ” .
Το 1907 επανέρχεται στη Μονή Χοτζεβα όπου διάγει βίο ασκητικό με τελεία υποταγή στους ασκητικούς κανόνες .
Το 1916 επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα , μετέβει στην νήσο Πάτμο όπου διαμένει 2 χρόνια και ανιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της Μονής, κατόπιν βρίσκεται στην Αθήνα όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Πενταπόλεως Νεκτάριος, μεταβαίνει στην Αίγινα όπου διακονεί τον Αγιο έως της μακαρίας κοιμήσεώς του. Γνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου ,την παροιμιώδη ταπείνωσή του , την απλότητά του .Επι τρείς συνεχείς νύκτες οι αδερφές της Μονής άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου , όταν δε πλησίασαν, είδαν εκεί τον Αγιο Σάββα να συνομιλεί με τον Αγιο Νεκτάριο. Ο Αγιος έμεινε έγκλειστος στο κελί του για 40 ημέρες, κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου την οποία ενεχείρισε στην Ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι . Στην Αίγινα δεν μπορεί πλέον να μείνει διότι προσέρχεται πολύς κόσμος και αυτό κουράζει τον φιλήσυχο π. Σάββα , μεταβαίνει στην Αθήνα και κατόπιν στην Κάλυμνο όπου μετά από μια περιπλάνηση στις μονές και τα ησυχαστήρια του νησιού καταλήγει στη Μονή των Αγίων Πάντων, εκεί αρχίζει μια έντονη πνευματική ζωή , αγιογραφεί , τελεί τα Θεία μυστήρια και τις ιερές ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει δια του στόματος και δια του παραδείγματός του και βοηθάει χήρες ορφανά και φτωχούς. Ηταν επιεικής και εύσπλαχνος με τις αμαρτίες των άλλων , δεν ανεχόταν όμως την βλασφημία και την κατάκριση , πολλές φορές δάκρυζε και με πόθο παρακαλούσε για τη μετάνοια των πνευματικών του τέκνων, κατά δε τη Θεία Λειτουργία είχε τέλεια προσήλωση στο συντελούμενο μυστήριο . Αξιώθηκε της ευωδίας του σώματός του εν ζωή , το πέρασμα του ήταν ευώδες , ευωδία η οποία θα εξέλθει και από το μνήμα του μετά την εκταφή του. Χρήματα δεν κρατούσε ποτέ , η ζωή του ήταν μια συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής, κατά αυτόν τον τρόπο επλήρωσε τις ημέρες της επίγειας ζωή του, με άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη, όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε λίγο πρίν το τέλος ανέλαβε δυνάμεις και άρχισε να χειροκροτεί ενώ οι τελευταία φράση του ήταν « Ο Κύριος , ο Κύριος , ο Κύριος , ο Κύριος , ο Κύριος , ο Κύριος», ήταν η βεβαίωση της Θείας μεταφυσικής του πορείας.
Μετά 10ετη έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτοβρύτων λειψάνων του την 7η Απριλίου 1957 προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Λέρου Καλύμνου & Αστυπαλαίας κκ.Ισιδώρου , ενώπιον πλήθους λαού , τότε ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεικό σημείο έκανε αμέσως το γύρω του νησιού . Το λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα στο παρεκκλήσιο του Αγ. Σάββα του Ηγιασμένου , αργότερα κατόπιν ενεργειών του τότε Μητροπολίτου πρ. Λέρου Καλύμνου & Αστυπαλαίας κ.κ.Νεκταρίου έγινε και η επίσημη Αγιοποίηση του πατρός Σάββα δια Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβ 1992 .
Το 2001 το θαυματουργό Λείψανο του Αγίου μεταφέρθηκε στον νέο μεγαλόπρεπο ιερό ναό που οικοδομήθηκε , με τη βοήθεια του Καλυμνιακού λαού και όλων εκείνων οι οποίοι ευεργετήθηκαν από τον Αγιο μέσα από το πλήθος των θαυμάτων τα οποία συνεχώς αναφέρονται στη Μονή .
Ετσι έζησε και πολιτεύθηκε ο Αγιος Σάββας ο νέος , περί του οποίου οι συνασκητές του στην έρημο του Ιορδάνου έλεγαν σε Καλυμνιές γυναίκες « Α! τυχερές γυναίκες είσθε εσείς , γιατί τον Αγιο της εποχής μας έχετε».


Γόνος γέγονας Γάνου και χώρας
Μέγα καύχημα νήσου Καλύμνου
παμμακάριστε Σάββα, πατήρ ημών
και γαρ οδόν διελθών της ασκήσεως
του ακροτάτου τέλους επέτυχες.
Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Χρήστου Δερμοσονιάδη (Δικαστή)


Όταν ο Πιλάτος βεβαιώθηκε για την αθωότητα του Χριστού και θέλησε να τον απολύσει τότε οι Ιουδαίοι φώναξαν: "Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Θεού υιόν εαυτόν εποίησε." (Ιωάν.10'7). Αυτή είναι και η σημερινή θέση των Εβραίων.
Ισχυρίζονται ότι ο Χριστός παρέβη πράγματι το Μωσαϊκό Νόμο και δίκαια κατεδικάσθη σε θάνατο. Είναι δυνατόν όμως η ανθρώπινη Δικαιοσύνη να έφθασε σε τέτοια αντίθεση προς τη Θεία Δικαιοσύνη ώστε να καταδικάσει σε θάνατο τον ίδιο το Θεό και εν ονόματι του Νόμου να θανατώσει το Δημιουργό; Το βασικό λοιπόν ερώτημα είναι αν η δίκη του Χριστού ήτανε μία δίκαιη δίκη, κατά το ανθρώπινο μέτρο, αν δηλαδή έγινε σύμφωνα με το νόμο και τη δικονομία.
Η δικαιοσύνη την εποχή του Χριστού βρισκόταν σε αρκετά ψηλό επίπεδο. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο σε λίγα θέματα υστερούσε από το σημερινό ευρωπαϊκό δίκαιο και το εβραϊκό ήτανε ιεροκρατικό και στηριζόταν στο Μωσαϊκό Νόμο.
Τα εβραϊκά δικαστήρια ήτανε πολυμελή. Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το Μέγα Συνέδριο που είχε και άλλες εξουσίες. Εδρευε στην Ιερουσαλήμ, απετελείτο από 120 μέλη με πρόεδρο τον Αρχιερέα και είχε στη διαταγή του στρατιωτική δύναμη, την κουστωδία.
Οι θανατικές καταδίκες των εβραϊκών δικαστηρίων έπρεπε να επικυρωθούν από τη Ρωμαϊκή εξουσία όπως αναφέρεται στο βιβλίο "Η δίκη του Ιησού" του θεολόγου Δημήτριου Καππαή.
Η θανατική ποινή προβλεπόταν για αρκετά αδικήματα αλλά σύμφωνα με τις αντιλήψεις του λαού σπανίως επιβαλλόταν. Η εκτέλεση γινόταν με διάφορους τρόπους, από τους οποίους πιο βασανιστικός και εξευτελιστικός ήταν ο θάνατος επί του σταυρού, ο οποίος συνηθίζετο από τα Ρωμαϊκά δικαστήρια, τα οποία δεν είχαν ενδοιασμούς στην επιβολή θανατικής καταδίκης.
Κατά την εβραϊκή δικονομία η προανάκριση ήταν άγνωστη και δεν υπήρχε δημόσιος κατήγορος. Η απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στην παραδοχή του κατηγορουμένου αλλά μόνο στις μαρτυρίες.
Η δίκη διεξαγόταν μέρα, με ανοικτές τις πόρτες, ενώπιον του λαού. Ξεκινούσε με τους μάρτυρες υπερασπίσεως και ακολουθούσαν δύο τουλάχιστον μάρτυρες κατηγορίας, που έπρεπε να δώσουν σαφή και πανόμοια μαρτυρία, κρατώντας το δεξί τους χέρι πάνω στο κεφάλι του κατηγορουμένου και σε περίπτωση θανατικής καταδίκης έπρεπε να συμμετέχουν στην εκτέλεση και να ρίξουν τις πρώτες πέτρες, εάν η θανάτωση θα γινόταν με λιθοβολισμό.
Ο Κατηγορούμενος εθεωρείτο αθώος μέχρι την τελική του καταδίκη, εδικαιούτο να μιλήσει, να φέρει μάρτυρες και να τύχει καλής μεταχείρισης.
Κατά τη γνώμη των συγγραφέων δεν ετηρούντο πρακτικά αλλά η ίδια η καταδίκη εκδιδόταν με γραπτό διάταγμα. (Κοντογόνη: Εβραϊκή Αρχαιολογία, Β'4). Πάντως διάταγμα καταδίκης του Χριστού δεν έχει βρεθεί.
Οι Δικαστές έπρεπε να είναι αμερόληπτοι, δίκαιοι και μερικοί απ' αυτούς να υπερασπίζουν τον κατηγορούμενο. Σε περίπτωση θανατικής καταδίκης ανεβάλλετο η τελική απόφαση για τη μεθεπόμενη μέρα και εάν επικυρωνόταν η θανατική καταδίκη η εκτέλεση έπρεπε να γίνει την άλλη μέρα και όχι αυθημερόν. Από την έναρξη της ακροάσεως μέχρι την εκτέλεση χρειαζόταν τουλάχιστον 4 μέρες.
Στον τόπο της εκτέλεσης συνόδευε τον κατηγορούμενο έφιππος δικαστής, που καλούσε το λαό να αναφέρει αμέσως στο Δικαστήριο, το οποίο συνεδρίαζε εκείνη την ώρα, οτιδήποτε ελαφρυντικό για τον κατηγορούμενο και τότε σταματούσε αμέσως η εκτέλεση.
Αυτά για τη Δικαιοσύνη στο Ισραήλ.
Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι στα χρόνια της ρωμαϊκής υποτέλειας υπήρχε μεγάλη φαυλότητα και ηθικός ξεπεσμός, με αποτέλεσμα οι άρχοντες να είναι πρόσωπα φαύλα, που εξασφάλιζαν τη θέση τους δωροδοκώντας τους Ρωμαίους ηγεμόνες. Οι Δικαστές δεν είχαν πλέον την εντιμότητα και την ανθρωπιά που είχαν οι προκάτοχοι τους. Ολόκληρο το έθνος βρισκόταν σε ξεπεσμό και αθλιότητα.
Μετά την ανάσταση του Λαζάρου πολλοί Ιουδαίου πίστεψαν στον Χριστό. "Συνήγαγον ουν οι αρχιερείς και οι Φαρισσαίοι συνέδριον και έλεγον. Τι ποιούμεν, ότι ούτος ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί; …. Εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς …. ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται." (Ιω. ΙΑ'48-50)
"Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι' αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν." (Ιω. ΙΒ'10)
Και η στρατιωτική κουστωδία, μαζί με ένοπλους υπηρέτες, όταν συνέλαβε τον Ιησούν δεν τον έφερε στο δικαστήριο αλλά στον πεθερό του αρχιερέα, τον ΄Αννα, που υπηρέτησε στο παρελθόν σαν αρχιερέας.
Και ο Αννας, χωρίς να έχει καμιά εξουσία άρχισε ανάκριση για να βρει αιτία εναντίον του συλληφθέντος. Κι ο Χριστός απαντά. "Επερώτησον τους ακηκοότας" "εν κρυπτώ ελάλησα ουδέν". (Ιω. ΙΗ',20).
Η απάντηση δεν άρεσε και ένας υπηρέτης ερράπισε τον Ιησούν λέγοντας "ούτως αποκρίνη τω αρχιερεί;" Σε λίγη ώρα οδήγησαν τον Χριστό στο σπίτι του αρχιερέα Καϊάφα και μέχρις ότου μαζευτούν τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου οι υπηρέτες έδερναν, έβριζαν και κορόιδευαν τον Χριστό. Το εβραϊκό δίκαιο απαγόρευε την ανάκριση και την κακοποίηση του κατηγορουμένου. (Mishna, Sotah 1,4).
Και άρχισε η συνεδρίαση του Ανωτάτου Εβραϊκού Δικαστηρίου με άλλες τρεις δικονομικές παραβάσεις.
Το Μέγα Συνέδριο συνεδρίασε στο σπίτι του αρχιερέα και όχι στο κτίριο του Δικαστηρίου και συνεδρίασε νύκτα, πράγμα απαγορευμένο (Mishna, Sanhedrin IV,1), χωρίς να προϋπάρχει σαφής κατηγορία από δύο τουλάχιστον μάρτυρες, όπως απαιτούσε η δικονομία.
Μετά την έναρξη της δίκης βρέθηκαν δύο ψευδομάρτυρες που διαστρέβλωσαν το λόγο του Κυρίου "λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέρας εγερώ αυτόν" (Ιω. Β'19), που οπωσδήποτε ελέχθηκε για την Ανάσταση του ιδίου και όχι για το ναό του Σολομώντος.
Οι μαρτυρίες όμως δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, παρά το γεγονός ότι δόθηκαν αντικανονικά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο μαρτύρων. Επρεπε λοιπόν να καταδικαστούν σε θάνατο οι ψευδομάρτυρες σύμφωνα με το Δευτερονόμιον (ΙΘ' 18-21). "και ιδού μάρτυς άδικος εμαρτύρησεν άδικα, αντέστη κατά του αδελφού αυτού, και ποιήσετε αυτώ ον τρόπον πονηρεύσατο ποιήσαι κατά του αδελφού αυτού …. Και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται …."
Το Συνέδριο αποφάσισε ότι δε μπορεί να στηριχθεί σ' αυτούς τους μάρτυρες και ο Πρόεδρος του, ο αρχιερέας Καϊάφας, ερώτησε το Χριστό "συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού; λέγει αυτώ ο Ιησούς. Συ είπας …. Τότε ο αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτια αυτού λέγων ότι εβλασφήμησε. Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;" (Ματθαίου ΚΣΤ' 63).
Η ομολογία του κατηγορούμενου, αν τέτοια θεωρηθεί η απάντησή Του, δεν αποτελούσε κατά το Μωσαϊκό Νόμο απόδειξη. Χρειαζόταν μάρτυρες "επί στόματος δύο μαρτύρων και επί στόματος τριών μαρτύρων στήσεται παν ρήμα" (Δευτερονόμιον ΙΘ'15).
Δεν υπήρξε καθόλου υπεράσπιση, που εθεωρείτο απαραίτητο μέρος της δικαστικής διαδικασίας. (Sanhedrin IV,5). Την υπεράσπιση την ανελάμβανε ένας τουλάχιστον από τους δικαστές για να μην μείνει κανένας κατηγορούμενος ανυπεράσπιστος.
Ο αρχιερέας "διέρρηξε τα ιμάτια του" πράγμα που απαγορεύει ο Μωσαϊκός νόμος στους ιερείς (Λευϊτικόν 6, ΚΑ'10).
Και τα μέλη του Συνεδρίου απεκρίθησαν "ένοχος θανάτου εστί" (Ματθαίου ΚΣΤ'67).
Η ψηφοφορία έγινε ταυτόχρονα, ενώ έπρεπε να γίνει με τη σειρά, από το νεότερο δικαστή προς τους παλαιότερους για να μην επηρεαστούν μεταξύ τους.
Μετά την καταδίκη άρχισαν άλλα έκτροπα "και ήρξαντο τινές εμπτύειν αυτώ και περικαλύπτειν το πρόσωπον αυτού και κολαφίζειν αυτόν και λέγειν αυτώ προφήτευσον ημίν τις εστίν ο παίσας σε. Και οι υπηρέται ραπίσμασιν αυτόν έβαλον" (Μάρκον ΙΔ' 65).
Για να τηρήσουν οι αρχιερείς και οι Φαρισσαίοι τα προσχήματα περίμεναν να ξημερώσει και συνεδρίασαν πάλιν για να επικυρώσουν την καταδίκη στο κτίριο του Μεγάλου Συνεδρίου, δίπλα στα τείχη της Ιερουσαλήμ. "Και ευθέως επί το πρωϊ συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησούν απήνεγκαν και παρέδωκαν τω Πιλάτω" (Μάρκον ΙΕ',1).
Ο Χριστός συνελήφθη την Πέμπτη το βράδυ και η επίσημη δίκη διεξήχθηκε, ολοκληρώθηκε και εκτελέστηκε η θανατική ποινή μέσα στην ίδια μέρα, την Παρασκευή, κατά παράβαση των κανόνων (Sanhedrin IV,I), ενώ έπρεπε να περάσουν 4 τουλάχιστον μέρες.
Γράφεται στην Ακολουθία των Αγίων Παθών πριν από το 12ο Ευαγγέλιο ότι: "Ηδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως παρά κριτών αδίκων και Ιησούς δικάζεται και κατακρίνεται Σταυρώ. Και πάσχει η κτίσις εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον. Αλλ' ο φύσει σώματος δι' εμέ πάσχων, Αγαθέ, Κύριε, δόξα σοι."
Κατά το Μωσαϊκό Νόμο η Θεοποίηση ανθρώπου αποτελούσε βλασφημία και αδίκημα. Ο κατηγορούμενος όμως εδικαιούτο υπεράσπιση.
Ο Χριστός έκανε αναρίθμητα θαύματα μπροστά στο λαό. Και οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τον υποδέχτηκαν μερικές μέρες πριν από τη δίκη ψάλλοντας "Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ." (Ιω.ΙΒ'13).
Εξ άλλου η ανθρωπότητα περίμενε το Σωτήρα, "την προσδοκία των εθνών", "τον καθολικό διδάσκαλο" του Σωκράτη, το "Λόγο" του Πλάτωνα, τον "Άγνωστο Θεό" των Αθηναίων, τον "νέο Θεό" των 3 μάγων, τον "Άγιο" του Κομφούκιου και τον αναμενόμενο από όλους τους Προφήτες του Ισραήλ "Μεσσία".
Οι μορφωμένοι εβραίοι γνώριζαν καλά όλες τις προφητείες, που συνέκλιναν και συμφωνούσαν ότι ο κατηγορούμενος Ιησούς ήταν ο ίδιος ο Μεσσίας - Χριστός όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Ιώσηπου Contra Apionem Lib. II 17.
Η ζωή, η διδασκαλία Του και τα απειράριθμα θαύματα Του δεν χωρούσαν καμιά αμφιβολία. Το Μεγάλο Συνέδριο όμως απαξιεί να μελετήσει το θέμα και να εξετάσει μήπως ενώπιον του αντί Θεοποίηση ανθρώπου έχει ενανθρώπιση Θεού. Μάλλον δεν απαξιεί, αλλά σε γνώση του καταδικάζει το Μεσσία, εφ' όσον ο αρχιερέας είχε πει μετά την ανάσταση του Λαζάρου "ούτος ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί …", όπως αναφέρεται και στο βιβλίο "Η δίκη του Ιησού" του εισαγγελέα Χρήστου Τραπεζούντιου.
Πρεσβύτεροι και Αρχιερείς κατεδίκασαν σε θάνατο το Θεό τους και δέσμιο τον οδηγούν στον ρωμαίο Πιλάτο για να επικυρώσει τη θανατική καταδίκη.
Μια νέα δίκη, Ρωμαϊκή, ξεκινά.
Ήτανε πρωϊ της Παρασκευής, της προηγούμενης μέρας του εβραϊκού Πάσχα, που έφεραν οι εβραίοι τον Ιησούν έξω από το Πραιτώριο. Οι εβραίοι δεν ήθελαν να μπουν στην κατοικία ειδωλολάτρη για να μη μολυνθούν πριν από το Πάσχα και στην επιμονή τους ο ρωμαίος ηγεμόνας διέταξε και τοποθέτησαν στο λιθόστρωτο μπροστά από το Πραιτώριο τη δικαστική του έδρα για να δικάσει εκεί τον κατηγορούμενο.
Κατά το τυπολατρικό ρωμαϊκό δίκαιο η δικαστική εξουσία ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με την έδρα, την τήβεννο και τη σφραγίδα του δικαστή παρά με το άτομο του.
Με την έναρξη της δίκης παρατηρείται η πρώτη δικονομική παράβαση. Ο κατηγορούμενος ήτανε δέσμιος κατά τη διάρκεια της δίκης ενώ έπρεπε να θεωρείται ο κατηγορούμενος αθώος μέχρι την καταδίκη. Και αρχίζει η δίκη με την ερώτηση του Πιλάτου: "τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;"
Έπρεπε λοιπόν οι εβραίοι να κατηγορήσουν τον Ιησούν. Αλλά κατηγορία για βλασφημία δε θα ενδιέφερε τον ρωμαίο ηγεμόνα. Ούτε θα επέφερε θανατική καταδίκη. Ο αρχιερέας Καϊάφας διετύπωσε ενώπιον του λαού νέα, εντελώς ψευδή, κατηγορία λέγοντας "τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν Βασιλέα είναι". (Λουκά ΚΓ',2)
Η απάντηση του Καϊάφα ήτανε εντελώς ψευδής γιατί το Μέγα Συνέδριο καταδίκασε τον Ιησούν με άλλη κατηγορία, την βλασφημία.
Ήτανε ψέμα όμως και το περιεχόμενό της, γιατί ο Χριστός είχε δώσει διαφορετική απάντηση στους μαθητές των Φαρισαίων, όταν τον ρώτησαν για τη ρωμαϊκή φορολογία "απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ" (Ματθ. ΚΒ',21)
Έπρεπε βάσει του Ρωμαϊκού Δικαίου να γίνει γραπτή αίτηση για εισαγωγή σε δίκη.
Έπρεπε να αναφερθεί το όνομα και τα στοιχεία του κατηγορούμενου και να διατυπωθεί ακριβώς η κατηγορία.
Έπρεπε να συνταχθεί πρωτόκολλη κατηγορίας.
Επρεπε να καθοριστεί η μέρα της δίκης και να κληθούν και να ακουστούν, εκείνη τη μέρα, οι μάρτυρες. (Δημαρά: Ιστορία Ρωμαϊκού Δικαίου, Β 132).
Εάν όμως θεωρηθεί ότι δεν επρόκειτο για πρωτόδικη υπόθεση αλλά για επικύρωση της θανατικής καταδίκης του εβραϊκού δικαστηρίου τότε η εισαγωγή στη δίκη έπρεπε να γίνει με καταχώριση γραπτής αίτησης μαζί με την πρωτόδικη απόφαση.
Ο Πιλάτος δεν έκανε τίποτε απ' αυτά. Κατέβη από την έδρα του, πράγμα που κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο σήμαινε ότι δεν έχει πλέον δικαστική εξουσία, μπήκε στο Πραιτώριο και εκεί συνομίλησε με τον κατηγορούμενο, μακριά από το μαινόμενο πλήθος των εβραίων, ενεργώντας κάποιας μορφής ανάκριση.
"Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;" (Λουκά ΚΓ'3), ρώτησε ο Πιλάτος τον Ιησούν, ο οποίος απεκρίθη "η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου …. εγώ …. εις τούτο ελήληθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία". (Ιω. ΙΗ', 35 επ.)
Την απάντηση του Ιησού την κατάλαβε ο Πιλάτος. Ο Χριστός ήτανε πνευματικός ηγέτης και όχι κοσμικός άρχοντας. Έκρινε αμέσως ότι δεν ευσταθούσε η κατηγορία και δεν υπήρξε ο Ιησούς ένοχος αντιποίησης εξουσίας.
Ο Πιλάτος επιβεβαίωσε τη θέση του με τη φράση που εξεστόμισε "τι έστιν αλήθεια;" Μια ερώτηση που δεν περίμενε απάντηση γιατί η αλήθεια ήτανε κατ' εκείνον μια φιλοσοφική ουτοπία. Με το πρακτικό ρωμαϊκό πνεύμα που τον χαρακτήριζε ο Πιλάτος βγήκε από το Πραιτώριο και αθώωσε αμέσως τον κατηγορούμενο λέγοντας στους Ιουδαίους "εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ". (Ιω. ΙΗ' 38).
Έπρεπε ο Ιησούς να αφεθεί αμέσως ελεύθερος.
Ο όχλος όμως δημιουργούσε μεγάλο θόρυβο μπροστά στο ανάκτορο επιμένοντας στη θανατική καταδίκη. Μέσα από τις φωνές ο Πιλάτος ξεχώρισε ότι ο Ιησούς ήτανε Γαλιλαίος. Και η Γαλιλαία ήταν έξω από τη δικαιοδοσία του Πιλάτου. Η Γαλιλαία είχε άρχοντα, τετράρχη, τον εξηρτημένο βασιλιά Ηρώδη τον Αντύπα.
Ο Πιλάτος λοιπόν παρά το γεγονός ότι είχε αμέσως προηγουμένως αθωώσει τον Ιησούν, επικαλέστηκε την τοπική αρμοδιότητα του Ηρώδη. Και για να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη έστειλε τον Ιησούν στον Ηρώδη, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ. (Λουκά ΚΓ' 6-7)
Ο Ιησούς δεν απάντησε σε καμιά από τις ερωτήσεις του Ηρώδη, που αποκεφάλισε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.
Ο πανούργος Ηρώδης δεν θέλησε να ξαναβάψει τα χέρια του με άγιο αίμα και απεφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα γιατί το αδίκημα του Ιησού και η εβραϊκή καταδίκη του έγιναν έξω από τα δικά του σύνορα της Γαλιλαίας.
Ο Χριστός λοιπόν αθωώθηκε για δεύτερη φορά από τη Ρωμαϊκή εξουσία με την απόφαση του Ηρώδη.
Αντί όμως να αφεθεί ελεύθερος οδηγείται και πάλιν δέσμιος στον Πιλάτο, αφού ο Ηρώδης και οι στρατιώτες του τον εξευτέλισαν και του φόρεσαν βασιλικό μανδύα (Λουκά ΚΓ' 11) πράγματα εντελώς απαράδεκτα με την απαλλαγή του κατηγορούμενου, έστω και για έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας.
Ο Πιλάτος βγήκε στον εξώστη του Πραιτωρίου και αθώωσε γι' άλλη μια φορά τον Ιησούν λέγοντας "ιδού εγώ ενώπιον υμών ανακρίνας ουδέν εύρον εν τω ανθρώπω τούτω αίτιον ων κατηγορείτε κατ' αυτού. Αλλ' ουδέ Ηρώδης. Ανέπεμψα γαρ υμάς προς αυτόν. Και ιδού ουδέν άξιον θανάτου εστί πεπραγμένον αυτώ". (Λουκά ΚΓ' 15-16)
Οι Ιουδαίοι φώναζαν περισσότερο και στο δίλημμα του Πιλάτου προστέθηκε και το μήνυμα της γυναίκας του Πρόκλας "μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω. Πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' αυτόν" (Ματθαίου ΚΖ'20). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Πρόκλα βαφτίστηκε Χριστιανή και εορτάζεται η μνήμη της σαν αγίας στις 27 Οκτωβρίου.
Ο Πιλάτος παρουσίασε το Χριστό και το ληστή Βαρραβά μπροστά στο λαό και ρώτησε ποιόν από τους δύο να απολύση για τη γιορτή του Πάσχα. Και ακούγονταν ακόμη δυνατότερες οι φωνές του όχλου που ζητούσε την απόλυση του Βαρραβά και τη θανάτωση του Ιησού.
Ο σκληρός τύρρανος, που ήτανε ταυτόχρονα άβουλος και αναποφάσιστος, διέταξε να μαστιγωθεί ο Ιησούς. Η μαστίγωση ήτανε σκληρή ποινή που συνόδευε την έσχατη ποινή της σταυρώσεως. Μπορούσε να επιβληθεί και σαν αυτοτελής ποινή. Σε καμιά περίπτωση όμως δε μπορούσε να επιβληθεί σε πρόσωπο που αθωώθηκε ή έστω σε κατηγορούμενο πριν από την τελική καταδίκη του. Η νομοθεσία του Ιουλίου Καίσαρος (Τίτλος Ι θέμα 1ον και τίτλος 6ος θέμα 7ον) ήτανε σαφής και παρεβιάσθη κατάφορα.
Σκηνές που θα ντροπιάζουν την ανθρωπότητα και ειδικότερα την ανθρώπινη δικαιοσύνη ακολούθησαν. Μετά από το βάναυσο φραγγέλωμα στην αυλή του Πραιτωρίου έντυσαν το ματωμένο σώμα του ενανθρωπίσαντος Θεού με βασιλική χλαμίδα, στεφάνωσαν την κεφαλή του αιώνιου Βασιλέα με ακάνθινο στεφάνι και βασάνισαν και εξευτέλισαν τον αμνό του Θεού τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου. (Ιω. ΙΘ' 1-3)
Ο εκπρόσωπος της ανθρώπινης δικαιοσύνης, ο Πιλάτος, βγήκε πάλι από το Πραιτώριο, κάθισε στην δικαστική έδρα στο ύψωμα του Λιθόστρωτου και απευθυνόμενος στους αρχιερείς και τον όχλο "λέγει αυτοίς. Ιδε ο άνθρωπος. Ότε ουν είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες. Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος. Λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε. Εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι: ημείς νόμον έχομεν, κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν." (Ιω.ΙΘ' 6-7)
Ο Πιλάτος αθώωσε το Χριστό για άλλη μια φορά, αλλά πάλε δεν τον απέλυσε. Και οι Ιουδαίοι παραδέχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε από το Μέγα Συνέδριο ένοχος θανάτου κατά το Μωσαϊκό δήθεν Νόμο γιατί απεκάλεσε τον εαυτό του υιό Θεού, πράγμα που απέκρυψαν από τον Πιλάτο μέχρι τη στιγμή αυτή.
Ο Πιλάτος παρέβη τη βασική νομική αρχή του Ρωμαϊκού Δικαίου "non bis in idem" (όχι δις επί της αυτής υποθέσεως) και ξαναμπήκε στο Πραιτώριο για να ανακρίνει και πάλε τον Ιησούν.
Η νέα απροσδόκητη κατηγορία ότι "εαυτόν υιόν Θεού εποίησε", η επιβλητική προσωπικότητα του Κυρίου, η γαλήνη που ακτινοβολούσε, το μήνυμα της γυναίκας του Πιλάτου και ο θρησκευτικός φανατισμός των Ιουδαίων συγκλόνισαν και σύγχισαν τον Πιλάτο.
Ο Πιλάτος συνομίλησε πάλε με τον Κύριο. Ο κατηγορούμενος δεν ήτανε συνηθισμένος άνθρωπος και μιλούσε σαν να είχε θεϊκή εξουσία. Ο κατηγορούμενος ήτανε ανώτερος από το δικαστή του. "Εκ τούτου εζήτει ο Πιλάτος απολύσαι αυτόν." (Ιω. ΙΘ'13)
Ξανακάθησε ο Πιλάτος στη δικαστική έδρα και άνοιξε νέα συζήτηση με τον όχλο σε μια τελευταία προσπάθεια να αποφύγει τη σταύρωση του Ιησού. "οι δε Ιουδαίοι έκραζον λέγοντες. εάν τούτον απολύσης ουκ ει φίλος του Καίσαρος. πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει το Καίσαρι" (Ιω.ΙΘ'13).
Το τελευταίο τέχνασμα των εβραίων συγκλόνισε τον Πιλάτο γιατί βρισκόταν σε κάποια δυσμένεια του αυτοκράτορα Τιβερίου (Ιωσήπου Lib. XIII, Cap. III, p.1) και αποφάσισε αμέσως να σώσει το τομάρι του παρά να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη. Για να αποφύγει το βάρος της άδικης καταδίκης δεν εξέδωσε δικιά του απόφαση αλλά "λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου λέγων. Αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου. Υμείς όψεσθε. Και αποκριθείς πας ο λαός είπε. Το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα υμών. Τότε απέλυσεν αυτοίς τον Βαρραβάν, τον δε Ιησούν φραγγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή." (Ματθ. ΚΖ' 24)
Εάν θεωρηθεί ότι η πράξη του Πιλάτου να νήψει τα χέρια του και να επιτρέψει στους Εβραίους να σταυρώσουν το Χριστό ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη τότε πρέπει να θεωρήσουμε ότι κατεδικάσθη ο Ιησούς σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία επειδή παρουσιαζόταν σαν βασιλέας, πράξη αντίθετη προς την Lex Julia Majestatis και τα Crimina Imminutae Majestatis.
Και ακολούθησε η εκτέλεση. Οι άνθρωποι σταύρωσαν τον ίδιο το Θεό τους. Και στάθηκαν οι Εβραίοι απέναντι από τον Σταυρό και έβριζαν και κορόϊδευαν. (Μάρκον ΙΕ΄31) "Ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι." Παραδεχόταν δηλαδή και ενώπιον του Σταυρού ότι ο Χριστός έκανε θαύματα και έσωσε άλλους.
Σταυρώθηκε λοιπόν ο Χριστός και απέθανε και την τρίτη ημέρα ανεστήθη. Τι απέγιναν όμως οι άνθρωποι που ήταν υπόλογοι για την άδικη καταδίκη Του;
Ο προδότης Ιούδας επέστρεψε στον Ναό, έριξε πίσω τα τριάκοντα αργύρια και κρεμάστηκε σε δένδρο έξω από την Ιερουσαλήμ και αυτοκτόνησε.
Στο βίο της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (Μέγας Συναξαριστής, ΄Εκδοση Ε, Τόμος 7ος, σελ. 425) αναφέρεται ότι πήγε στη Ρώμη και κατήγγειλε στον Τιβέριο Καίσαρα τον Πόντιο Πιλάτο και τους αρχιερείς. Ο Καίσαρας ακούοντας για τα θαύματα του Χριστού και γνωρίζοντας ότι κατά τον χρόνο της σταύρωσης, έγινε σκότος σε ολόκληρη την οικουμένη διέταξε την προσαγωγή του Πιλάτου, του Άννα και του Καϊάφα στη Ρώμη. Ο Καϊάφας πέθανε κατά το ταξίδι και ο Άννας εκτελέστηκε στη Ρώμη. Ο Πιλάτος φυλακίστηκε έξω από τη Ρώμη και πέθανε στην φυλακή. Αντίθετα στα "χρονικά" του Ζωναρά, βιβλίο Στ', γράφεται ότι ο διάδοχος του Τιβερίου ο Καλλιγούλας εξόρισε τον Πιλάτο στην Γαλλία και στο Γ' βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσέβιου γράφεται ότι ο Πιλάτος όταν ήταν εξόριστος στην Γαλλία ήρθε σε απόγνωση και αυτοκτόνησε.
Αυτά λοιπόν για τη δίκη του Χριστού και για τη δίκη των δικαστών Του, στην οποία ο Αυτοκράτορας κατεδίκασε τους δικαστές και κατά συνέπεια αυτή η απόφαση αποτελεί την έβδομη και τελική αθώωση του Χριστού.
Στην εβραϊκή δίκη του Μεγάλου Συνεδρίου σημειώσαμε 16 από τις παραβάσεις του Μωσαϊκού Νόμου.
Στη δίκη του Πιλάτου σημειώσαμε άλλες 16 σοβαρές παραβάσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου.
Η όλη όμως διεξαγωγή των δικών, από τη βραδινή σύλληψη μέχρι την μεσημβρινή Σταύρωση, οι ψευδείς και εναλλασσόμενες κατηγορίες, η συνεχής εναλλαγή της δίκης και της ανάκρισης, η μεταφορά του Χριστού από τα σπίτια των αρχιερέων στο Πραιτώριο, στο λιθόστρωτο, στον Ηρώδη, οι βασανισμοί του κατηγορουμένου και η Σταύρωση Του ενώ βρέθηκε 6 φορές αθώος από τον Πιλάτο και τον Ηρώδη, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σαν δίκη, ούτε σαν παρωδία δίκης αλλά σαν το μεγαλύτερο κακούργημα της ανθρωπότητας και την αιώνια ντροπή που βαρύνει τον κόσμο όλο. Μεγαλύτερο έγκλημα δε μπορούσε να διαπράξει ο άνθρωπος. Και όμως τον Σταυρό του θανάτου μετέτρεψε ο Κύριος σε ξύλο της ζωής και το μέγα έγκλημα το μετέτρεψε σε Θείο Σχέδιο Σωτηρίας για μας, τους δήμιούς Του.
Τίποτε αντάξιο της θυσίας Του δεν έχουμε να του αντιπροσφέρουμε και περιοριζόμαστε στο μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως. Το Αίμα του Χριστού δεν είναι "εφ' υμάς και επί τα τέκνα ημών" αλλά μας προσφέρεται για να σωθούμε εμείς και τα παιδιά μας …….
Ευχόμαστε η Σταυρική θυσία του Κυρίου μας να σώσει εμάς από την δικαία καταδίκη.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Για το πρόσφορο και την σημασία του




Από τους Αποστολικούς χρόνους ένα σημαντικό σημείο της Θείας Λειτουργίας, ήταν αυτό της προσφοράς των Τίμιων Δώρων από τους πιστούς. Κατά την πάροδο των αιώνων ο τρόπος και ο χρόνος της προσφοράς άλλαξαν. Οι λειτουργικοί τύποι γνώρισαν την ιστορική τους εξέλιξη, αλλά η ουσία των πραγμάτων παραμένει η ίδια. Κατά τους πρώτους Χρόνους τα δώρα από τους πιστούς, δηλαδή ο άρτος και ο οίνος, προσφέρονταν την ώρα πού άρχιζε το μυστήριο, στην μέση περίπου της σημερινής Θ. Λειτουργίας. Έπρεπε όμως πρώτα να κλείσουν οι θύρες του Ι. Ναού, για να μείνουν μόνον οι πιστοί εντός αυτής. Κατόπιν εναπόθεταν τα δώρα στην Αγία Τράπεζα και τα παρελάμβανε ο Ιερέας. Επρόκειτο δηλαδή για μια στιγμή ιερή και γι αυτό δικαιούνταν να την ζουν μόνον οι μυημένοι στην πίστη. Η ακολουθία δε της Προσκομιδής γίνονταν ξεχωριστά και μάλιστα ακούγονταν τα λόγια του Ιερέως από τον λαόν. Κατά τον 6ον μ.Χ. αιώνα, επί Ιουστινιανού άλλαξαν τα πράγματα και έτσι τα δώρα πλέον δεν επιτίθενται επί της Αγίας Τραπέζης αλλά αλλού δίπλα από αυτήν και σιγά σιγά μετακινήθηκε και η ακολουθία σε χρόνο προ αρχής της Θείας Λειτουργίας και χωρίς πια να ακούγονται τα λόγια πού λέει ο Ιερέας. Η Εκκλησία έδινε, λοιπόν, από την αρχή μεγάλη σημασία στην προετοιμασία της προσφορά των δώρων από τους πιστούς και γι αυτό δεν δέχονταν τα δώρα από τον οποιοδήποτε. Οι Ιεροί Κανόνες απαγόρευαν σε διάφορα πρόσωπα, τα οποία έχουν αμαρτήσει δημόσια, να προσφέρουν τα Δώρα τους. Ένα παιδαγωγικό μέτρο και ταυτόχρονα ουσιαστικό, γιατί σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς καθαρός από «ρύπου» προκειμένου να προσφέρει στον Θεό την προσφορά του και Αυτός να την κάνει αποδεκτή. Και δεν την αποδέχεται από ανθρώπους πού έχουν σοβαρές αμαρτίες και δεν έχουν μετανοήσει. Όμως, όχι μόνο η προσφορά του άρτου και τού οίνου τελούσε υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αλλά και η παρασκευή τους. Είναι ιερό το έργο της παρασκευής του πρόσφορου. Είναι έργο ευλαβών πιστών πού όμως σήμερα σπανίζει, με αποτέλεσμα οι ιερείς να αναγκάζονται να χρησιμοποιούν για την Θεία Ευχαριστία ψωμί – πρόσφορο, παρασκευασμένο από κάποιον φούρναρη. Φτάσαμε στο σημείο ούτε οι Πρεσβυτέρες να μην ασχολούνται με αυτό το έργο, για το οποίο, όπως αναφέραμε παραπάνω, η Εκκλησία μας ανέκαθεν έδιδε μεγάλη προσοχή. Άλλωστε θα πρέπει να αναφέρουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή, ο ιερέας δέεται σε κάθε Θ. Λειτουργία υπέρ αυτού πού προσέφερε τα Τίμα Δώρα, «υπέρ ων και εφ’ οίς προσεκόμισαν» δηλαδή, για τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους ιδιαίτερα, για ζώντες και κεκοιμημένους υπέρ των οποίων τα προσέφεραν, γι αυτό και πρέπει να είναι παρασκευασμένο από τους ίδιους πού το προσφέρουν. Πρέπει να παρασκευάζεται με τέτοιο τρόπο πού να διατρανώνεται η απόδειξη της ιερότητας της όλης εργασίας. Κατά την ώρα αυτή επομένως αυτή τηρείται σιγή, γίνεται προσευχή, ανάβεται κερί και καίγεται λιβάνι. Το ζύμωμα πρέπει να γίνεται σε καθαρό χώρο και τα σκεύη να χρησιμοποιούνται μόνο γι αυτό το σκοπό και στο τραπέζι να είναι στρωμένη καθαρή και λευκή πετσέτα. Όποιος ζυμώνει δε, θα πρέπει να είναι απόλυτα καθαρός και να προσεύχεται κατά την ώρα της όλης διαδικασίας. Ευσεβείς γυναίκες πού καταπιάνονται με το ζύμωμα του πρόσφορου, συνηθίζουν να πιάνουν το προζύμι με βασιλικό από τον Τίμιο Σταυρό, αντί για κοινή μαγιά, ή χρησιμοποιούν αγιασμό. Τρανή απόδειξη της ιερότητας της όλης εργασίας, πού στηρίζεται πάνω στην θαυματουργούσα πίστη μας. Στα χρόνια του Βυζαντίου τα Δώρα τα προσέφερε ο αυτοκράτορας, ενώ από την εποχή πού παγιώνονται τα λειτουργικά πράγματα και διαμορφώνονται όπως έχουν σήμερα, τα δώρα τα προσφέρουν οι πιστοί, πάντα όμως βάσει των προϋποθέσεων πού θα πρέπει να ισχύουν και όχι χάριν … «οικονομίας» να παραβλέπονται. Έως και την εποχή την πρό της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, το πρόσφορο είχε τετράγωνο σχήμα, ενώ σήμερα ολοστρόγγυλο και συμβολίζει το άναρχον και το ατελεύτητον του Θεού

π. Π.Γ.

ΠΩΣ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΠΡΟΣΦΟΡΟ

ΥΛΙΚΑ

750 γρ. αλεύρι, το μισό σιταρένιο σκληρό (κίτρινο) και το άλλο μισό μαλακό (άσπρο), μαγιά σε μέγεθος ενός αμυγδάλου, 1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι νερό χλιαρό (όσο πάρει, το καλοκαίρι κρύο), ξυλόγλυπτη σφραγίδα (ποτέ πλαστική), ταψάκι Νο 20

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Κοσκινίζουμε το αλεύρι σε μια λεκάνη και κάνουμε μια λακουβίτσα. Λιώνουμε τη μαγιά και το αλάτι σ' ένα φλιτζάνι του τσαγιού με χλιαρό νερό και τα ρίχνουμε στη λακουβίτσα. Ανακατεύουμε καλά το μίγμα και ρίχνουμε λίγο- λίγο νερό ώσπου να ζυμωθεί όλο το αλεύρι.
Το ζυμώνουμε 20 λεπτά περίπου.
Η ζύμη πρέπει να είναι σφιχτή και να μην κολλάει στα χέρια μας και στη λεκάνη. Εάν κατά το ζύμωμα χρειαστεί η ζύμη λίγο νερό ακόμα, βρέχουμε τα χέρια μας με χλιαρό νερό και συνεχίζουμε το ζύμωμα, μέχρι το νερό να απορροφηθεί εντελώς.
Όταν η ζύμη ζυμωθεί καλά, την πλάθουμε σε σχήμα στρογγυλό και την τοποθετούμε στο κέντρο του ταψιού. Στο ταψί έχουμε ρίξει από πριν λίγο αλεύρι (στον πάτο και έχουμε περάσει και τα τοιχώματα με αλεύρι), ώστε να μην κολλήσει το πρόσφορο.
Τοποθετούμε προσεχτικά την σφραγίδα στο κέντρο του πρόσφορου, την πιέζουμε με δύναμη και την στρίβουμε ελαφρά πολύ λίγο.
Στη συνέχεια τη σηκώνουμε σιγά- σιγά και πλάγια. Με ένα ξύλινο καλαμάκι τρυπάμε το πρόσφορο στον "αμνό" (στο μεσαίο τετράγωνο της σφραγίδας) στις 4 γωνίες και από το έξω μέρος του τετραγώνου, εκεί όπου υπάρχουν 4 μικρά μπαλάκια. Έπειτα κάνουμε 12 τρύπες γύρω-γύρω έξω από τη σφραγίδα.
Το σκεπάζουμε με μια καθαρή πάνινη πετσέτα και από πάνω βάζουμε ένα καθαρό μάλλινο σκέπασμα.
Περίπου σε δύο ώρες πρέπει να έχει φουσκώσει.
Έξω από τη σφραγίδα πιέζουμε τη ζύμη με το δάχτυλό μας ελαφρά και εάν η ζύμη ξαναγυρίσει στη θέση της, σημαίνει ότι το πρόσφορο είναι έτοιμο για το φούρνο.
Προθερμαίνουμε το φούρνο σε δυνατό χωρίς αέρα (στους 250 βαθμούς) για 10 λεπτά και βάζουμε το πρόσφορο να ψηθεί για μισή ώρα σε σχάρα στο κάτω μέρος τού φούρνου. Όταν πάρει χρώμα από πάνω, το σκεπάζουμε με αλουμινόχαρτο και το ψήνουμε σε μέτριο φούρνο άλλα 45 λεπτά ακόμα.
Αφού το βγάλουμε απ' το φούρνο, το βγάζουμε από το ταψί και το αναποδογυρίζουμε, για να μην αποχωριστεί η κόρα από την ψίχα του ψωμιού και στη συνέχεια το αφήνουμε να κρυώσει.

Αφού κρυώσει εντελώς το πρόσφορο, το τυλίγουμε με μια καθαρή πετσέτα, και έτσι θα το πάμε στον Ι. Ναό, μαζί με ένα χαρτί με γραμμένα τα ονόματα των ζώντων και ένα άλλο με αυτά των κεκοιμημένων.
Χαρά και ευφροσύνη θα νοιώσουμε για μια τέτοια ευκαιρία, πού θα είναι και ευλογία από τον Θεό.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009




Ένα ψαλτοτράγουδο από αυτά που στο χωριό Άργος της Καλύμνου από το οποίο κατάγομαι, τραγουδούν μετά το τέλος κάθε θείας λειτουργίας καθημερινής, γυναίκες μπροστά στην εικόνα του τέμπλου της Παναγίας.


Ω Π Α Ν Α Γ Ι Α Μ Ο Υ Δ Ε Σ Π Ο Ι Ν Α


Ὦ Παναγιά μου Δέσποινα , γλυκύτατη Παρθένα,
εἰς τόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, βοήθαμε καί μένα.

Βοήθησέμε, Πάναγνε, γλυκιά μου Παναγία,
γιατί ἡ ζωή εἶναι θάλασσα, μεγάλη τρικοιμία !

Καί ναυαγός εὑρίσκομαι μέσα στή βιοπάλη,
στή χάρη σου στηρίζομαι, Παρθένα τή μεγάλη !

Καί σάν μητέρα εὐσπλαχνική ἐλπίζω νά μᾶς σώσης
κι ἀπό ὀρατούς κι ἀόρατους ἐχθρούς νάμᾶς γλυτώσεις !

Στή σκέπη τῶν πτερύγων σου σκέπασε Παναγιά μου,
ὃλου τοῦ κόσμου τά παιδιά κι ὓστερα τά δικά μου !

Καί φώτισέ τα, Παναγιά, Χριστό νά ἀκολουθήσουν,
καί στόν αγῶνα τῆς ζωῆς, μέ θάρρος νά βαδίσουν.

Τήν πίστη, τή πραότητα, νά μήν τήν ἀμελήσουν,
καθώς καί τήν ἐγκράτεια μη τήν καταπατήσουν !

Ναί, Παναγιά μου Δέσποινα, λυπήσου κι εὐσπλαχνίσου,
καί ἄφεση ἀμαρτιῶν ζήτησε ἀπ’τό παιδί σου !

Νά συγχωρήσει πταίσματα και τ’ἀμαρτήματά μας,
νά ὁδηγήση στό καλό κι ἐμᾶς και τά παιδιά μας !

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΝ π. ΠΡΟΧΟΡΟΥ ΒΙΟΛΕΝΤΗ




Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας ανακοινούται ότι, ο πνευματικός της Ιεράς Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης π. Πρόχορος Βιολέντης θα τελή το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως στους κάτωθι Ιερούς Ναούς:

ΣΤΗ ΛΕΡΟ
Τετάρτη 18 Μαρτίου, το απόγευμα 4:30μ.μ. – 8:00μ.μ., στον Ι. Ναό Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, στα Άλιντα.
Πέμπτη 19 Μαρτίου, το απόγευμα 4:30μ.μ. – 8:00μ.μ. στον Ι. Ναό Αγίου Νικολάου, στο Λακκί.
Παρασκευή 20 Μαρτίου, το πρωί 9:00π.μ. – 12:00μ.μ. στον Ι.Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελισμού, στον Πλάτανο.
Παρασκευή 20 Μαρτίου, το απόγευμα 4:30μ.μ. – 9:00μ.μ., στον Ι. Ν. Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, στον Δρυμώνα.

ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ
Δευτέρα 30 Μαρτίου, στον Ι. Ναό Αγίου Θεολόγου, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Τρίτη 31 Μαρτίου, στον Ι. Ναό Αγ. Μάμαντος, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Τετάρτη 1 Απριλίου, στον Ι. Ναό Παναγίας Βοθύνων, ώρα 10 π.μ. – 1 μ.μ.
Πέμπτη 2 Απριλίου, στον Ι. Ναό Αγ. Νικολάου, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Σάββατο 4 Απριλίου στον Ι. Ναό Αγ. Αθανασίου, ώρα 9 π.μ. – 12 μ.μ.
Δευτέρα 6 Απριλίου στον Ι. Ναό Υπαπαντής, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Τρίτη 7 Απριλίου στον Ι. Ναό Κεχαριτωμένης Χώρας, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Τετάρτη 8 Απριλίου στον Ι. Ναό Αναστάσεως ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Πέμπτη 9 Απριλίου στον Ι. Ναό Ευαγγελιστρίας, ώρα 4 μ.μ. – 9 μ.μ.
Παρασκευή 10 Απριλίου το πρωΐ 10 π.μ. -12 μ.μ. στον Ι. Ναό Εἰσοδείων Θεοτόκου Μυρτιών και το απόγευμα στον Ι. Ναό Παναγίας Καλαμιωτίσσης και ώρα 4 μ.μ. – 9μ.μ.

ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑ
(θα εξομολογήσει ο π. Ιγνάτιος Απορέλλης)
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009, στον Ιερο Μητροπολιτικο Ναο Παναγίας Πορταϊτίσσης.
Τετάρτη 1 Απριλίου στον Ιερο Ναο Αγίου Νικολάου Γυαλού και στον Ιερο Ναο Αγίου Δημητρίου.
Οι ώρες θα καθοριστούν υπό του ιδίου σε συνεργασία μετα του Αρχιερατικού Επιτρόπου.
Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ





Του Σεβ. Μητροπολίτου Λέρου Καλύμνου & Αστυπαλαίας κ.κ. Παϊσίου

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009 ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Α) Στὴ Λέρο - ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου - ἑορτάζει ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς. Τὸ ἑσπέρας τῆς Τρίτης καὶ ὥρα 5.30 μ.μ. θὰ τελεσθεῖ Μέγας Πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κ. Παϊσίου. Τὴν πρωΐα Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁποίας θὰ ἀκολουθήσει ἐπίσημος Δοξολογία γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Παλιγγενεσία βάσει τοῦ ἐκδοθέντος προγράμματος τοῦ Δήμου Λερίων.

Β) Στὴν Κάλυμνο ἑορτάζει ὁ Ἱερὸς Ναὸς Εὐαγγελιστρίας Πόθειας Καλύμνου. Τὸ ἑσπέρας τῆς Τρίτης καὶ ὥρα 5.30 μ.μ. θὰ τελεσθεῖ Μέγας Πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς χοροστατοῦντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἐμμανουήλκαὶ τὴν πρωΐα Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία.
Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Εὐαγγελισμοῦ Ἄργους θὰ τελεστεῖ τὸ ἑσπέρας τῆς Τρίτης καὶ ὥρα 5μ.μ., Μέγας πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς μετ΄Ἀρτοκλασίας καὶ τὸ πρωΐ Θεία Λειτουργία.
Ἐπίσημος Δοξολογία θὰ τελεστεῖ στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Παλιγγενεσία βάσει τοῦ ἐκδοθέντος προγράμματος τοῦ Ἐπαρχείου Καλύμνου, στὴν ὁποία θὰ χοροστατήσει ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἐμμανουήλ συμπαραστατούμενος ὑπὸ τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῆς Νήσου.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009, 7 μ.μ., Ἀκολουθία Δ΄Χαιρετισμῶν
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κ. Παΐσιος θὰ χοροστατήσῃ στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Τριάδος Βαθέος Καλύμνου.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009, Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κ. Παΐσιος θὰ λειτουργήσῃ στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Καλαμιωτίσσης).

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἁλικαρνασσοῦ κ. Ἐμμανουήλ θὰ λειτουργήσῃ στὸν Ἱερὸ Ἁγίου Νικολάου Πόθειας Καλύμνου.
Τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 29 Μαρτίου καὶ ὥρα 5 μ.μ. ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κ. Παΐσιος θὰ χοροστατήσῃ στὸν κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Νικολάου Πόθειας Καλύμνου καὶ θὰ ὀμιλήσει μὲ θέμα τὴν προσευχή.


Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ



Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών και η ευαγγελική περικοπή πού ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, μας καταγράφει την δυστυχία ενός πατέρα, ενός πατέρα που έβλεπε το παιδί του από μικρή ηλικία να βασανίζεται από το ακάθαρτο και πονηρό πνεύμα.
Πονούσε πολύ ο δυστυχής πατέρας, πονούσε, όμως, πιο πολύ η πατρική καρδιά του όταν έβλεπε το παιδί του να κυλιέται κάτω στην γή, να σπαράσσει, να αφρίζει και να τρίζει τα δόντια του και να ξηραίνεται: «Οπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας του και ξηραίνεται».
Ο δυστυχής πατέρας παντού τρέχει, προκειμένου το παιδί του να απαλλαγή από το μεγάλο κακό, μα τίποτε δεν του δίδει την μεγάλη χαρά. Στην απελπισία του πλησιάζει τους μαθητές του Κυρίου και τους παρακαλεί, τους ικετεύει να τον βοηθήσουν. Αυτοί όμως δέν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το ταλαίπωρο παιδί. Το πονηρό, μιαρό και ακάθαρτο πνεύμα είχε βαθιά ριζώσει μέσα του και ως εκ τούτου απαιτείται δύναμις ισχυρή για την θεραπεία.
Και ώ! του θαύματος, η παρουσία του Μεγάλου Ιατρού της ψυχής και του σώματος, του Θεανθρώπου Ιησού είναι καταλυτική για τον δυστυχισμένο πατέρα. Με δάκρυα στα μάτια και γονατιστός παρακαλεί θερμώς και ικετεύει τον Κύριο της Δόξης, του ελέους και της ευσπλαχνίας να τον βοηθήσει, και να θεραπεύσει το παιδί του: «Εἰ τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαχνισθείς έφ’ ημάς».
Καθώς φαίνεται, ο δυστυχισμένος πατέρας δεν πίστευε στον Θεό, δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τά βάθη των ανθρώπων γινώσκων», να απαλλάξει το παιδί του από τις συνεχείς ενέργειες του διαβόλου και των αγγέλων αυτού. Στην μεγάλη του όμως απελπισία και στον πατρικό πόνο του πλησίασε τον Μέγα Ιατρό της ψυχής και του σώματος. Και ο Κύριος τον ερωτά: «πόσος χρόνος εστί, ως τούτο γέγονεν αυτώ;», όχι γιατί ο Παντογνώστης Κύριος αγνοούσε τον χρόνο της αρρώστιας του νέου, αλλά ήθελε να διδάξει ότι, η κατάσταση της υγείας του είχε σαν αιτία και αρχή την απιστία του πατέρα και μάλιστα την αμέλεια διά την ηθική μόρφωση του παιδιού του.
Αδελφοί μου, η αμέλεια του πατέρα για την ηθική μόρφωση του παιδιού και η κακή ανατροφή είχαν σαν αποτέλεσμα την δυστυχία του νέου εκείνου, πού από μικρή ηλικία τον βασάνιζε ο δαίμονας.
Μήπως όμως και σήμερα πολλοί γονείς δεν αμελούν για την χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους; Μήπως και σήμερα πολλοί γονείς δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους τήδε κακείσε; Μήπως και σήμερα πολλοί γονείς ούτε καν ενδιαφέρονται να μορφώσουν ηθικά τα παιδιά τους και να τα διαπαιδαγωγήσουν στα νάματα της Ἑλληνο-Ορθοδόξης πίστης;
Δεν αρνούμαι, αγαπητοί μου ότι η ανατροφή των παιδιών ηταν και είναι δύσκολο έργο και τούτο γιατί επιδρούν πολλοί παράγοντες: η κληρονομικότητα, το περιβάλλον, η μη αρμονική συμβίωση των γονέων, και μάλιστα, σήμερα οι σύγχρονες θεωρίες, του δήθεν πεπολιτισμένου κόσμου, κάθε άλλο παρά βοηθούν διά την ελληνοχριστιανική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας.
Αγαπητοί μου, «οι γονείς», λέγει ο Απόστολος Παύλος, «εκτρέφετε τα τέκνα υμών εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Αγαπητοί μου, γονείς και κηδεμόνες των παιδιῶν, επαγρυπνείτε και προσέχετε μήπως η ματαιότητα του κόσμου τούτου, το ψέμα, το πάθος, η κακία, η φιλαργυρία, η κακή συναναστροφή διαφθείρουν τις εύπλαστες ψυχές των τέκνων σας. Αγρυπνείτε και προσέχετε. Εμπνεύσατε στις ψυχές τους τον φόβο του Θεού και την αγάπη προς το καλό, το ωραίο και το ευγενές.
Η Χριστιανική θρησκεία είναι θρησκεία του αγαθού και καθιστά τους ανθρώπους χρηστούς, φιλοπόνους και σώφρονες. Η καλή ανατροφή των παιδιών είναι η ωραιότερη και ωφελιμότερη πράξη, είναι η υψηλότερη και εθνικότερη εργασία, είναι η μεγαλύτερα επένδυση πού ἐχετε να κἀνετε στην ζωή σας.
Αναθρέψατε, λοιπόν, τα παιδιά σας, αγαπητοί μου γονείς, «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», κατά τον Απόστολον Παύλον. ΑΜΗΝ .

Ο.Λ.Κ.Α.Π.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Περί της βλάβης από τον ανόητο ζήλο, που νομίζεται ως θείος (...και περί της βοήθειας που προέρχεται από την πραότητα και από άλλους τρόπους) Αγίου Ι





Ο ζηλωτής άνθρωπος δεν φτάνει ποτέ στην ειρήνη της διανοίας του• και όποιος είναι ξένος της ειρήνης, αυτός είναι ξένος και της χαράς• διότι εάν, όπως λένε, η ειρήνη είναι η τέλεια υγεία της διάνοιας, ο ζήλος τότε είναι ενάντιος της ειρήνης, συνεπάγεται λοιπόν, ότι όποιος έχει ανόητο ζήλο, αυτός ασθενεί μεγάλη ψυχική ασθένεια.



Άνθρωπε, εσύ που νομίζεις, ότι με τον ζήλο σου θεραπεύεις τα ξένα σφάλματα, διώχνεις την υγεία από την ψυχή σου• αν αληθινά επιθυμείς να θεραπεύσεις τους ασθενείς στην ψυχή, γνώριζε καλά, ότι οι ασθενείς και οι άρρωστοι στην ψυχή χρειάζονται περισσότερο συμπάθεια παρά επίπληξη• και πάλι, όταν εσύ δεν έχεις συμπάθεια προς τους άλλους, προξενείς στον εαυτό σου μεγάλη ψυχική βλάβη.



Οι άνθρωποι δεν κρίνουν τον ζήλο από τα είδη της σοφίας, αλλά από τις αρρώστιες στην ψυχή, ο οποίος (ζήλος) είναι αποτελέσματα μικρής νοημοσύνης και πολλής ανοησίας. Η αρχή της σοφίας του Θεού είναι η επιείκεια και η πραότητα, η οποία (σοφία) υποφέρει τις ασθένειες των ανθρώπων, και αυτό είναι κατόρθωμα γενναίας και μεγάλης ψυχής• διότι λέει ο απόστολος Παύλος, εσείς οι δυνατοί να βαστάζετε τις ασθένειες των αδυνάτων, και να διορθώνετε τον φταίκτη με πνεύμα πραότητας• από τους καρπούς του πνεύματος λαμβάνει ο απόστολος την ειρήνη και την υπομονή.



Όταν η καρδιά λυπάται για τις ασθένειες και τις αδυναμίες του σώματός της, εξ’ αιτίας των οποίων δεν μπορεί το σώμα να πράξει τα έργα της αρετής, αναπληρώνει με αυτή τη λύπη ο άνθρωπος, την αξία όλων των σωματικών έργων• οι σωματικές εργασίες χωρίς την λύπη της διανοίας είναι σαν ένα άψυχο σώμα. Όποιος έχει την καρδιά του περίλυπη, υπάρχει όμως ασθενής στις σωματικές αισθήσεις, μοιάζει με άρρωστο που παρακινούμενος από τον σωματικό πόνο, δέχεται στο στόμα του και τρώει κάθε βλαβερή τροφή. Όποιος έχει την καρδιά περίλυπη, υπάρχει όμως ασθενής στις σωματικές αισθήσεις μοιάζει με άνθρωπο που έχοντας ένα γιό, τον θυσιάζει λίγο λίγο με τα ίδια του τα χέρια. Η λύπη της καρδιάς είναι τίμια προσφορά στο Θεό, και όποιος την υποφέρει όπως πρέπει, μοιάζει με άνθρωπο, ο οποίος κουβαλάει την αγιότητα στο ίδιο του το σώμα• και όποιος πολυλογεί είτε για καλά πράγματα, είτε για κακά, είναι ανάξιος αυτής της χάρης και της αγιότητας. Η μετάνοια που γίνεται τυχαία, είναι συντριμμένο πιθάρι. Η φιλοτιμία μαζί με κατηγόρια, είναι μαχαίρι βαμμένο στο μέλι.



Τα καλά έργα που γίνονται χωρίς ελεημοσύνη είναι μπροστά στο Θεό ως κάποιος άνθρωπος, ο οποίος θυσιάζει ξένο παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του. Όποιος υπάρχει ασθενής στη ψυχή, και διορθώνει τους άλλους, μοιάζει με άνθρωπο τυφλό, ο οποίος δείχνει στους άλλους τον δρόμο.



Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία όταν βρίσκονται μαζί στη μια και ίδια ψυχή, μοιάζουν σαν έναν άνθρωπο, ο οποίος προσκυνά τον Θεό και τα είδωλα στον ένα και ίδιο ναό. Η ελεημοσύνη είναι ενάντια στη δικαιοκρισία• η δικαιοκρισία είναι η ισότητα του μέτρου• διότι δίνει στον καθένα το δίκαιο, και δεν παρεκκλίνει στο ένα ή στο άλλο μέρος, ούτε προσωποληπτεί στην απόδοση της δικαιοσύνης• η ελεημοσύνη όμως υπάρχει ως κάποια λύπη της ψυχής, και κινούμενη από την θεία χάρη, παρεκκλίνει και χαρίζεται με συμπάθεια σε όλους, και αυτόν που είναι άξιος τιμωρίας δεν τον παιδεύει, τον άλλον που είναι άξιος επαίνου τον γεμίζει με κάθε αγαθό. Καθώς το ξηρό χορτάρι και η φωτιά δεν είναι δυνατό να βρεθούν στο ίδιο μέρος, έτσι και η ελεημοσύνη με την δικαιοκρισία να υπάρχουν στην μία και αυτή ψυχή• καθώς δεν ζυγίζεται ο κόκκος της άμμου προς το βάρος πολλού χρυσού, έτσι και η ανάγκη της δικαιοκρισίας του Θεού δεν ζυγίζεται προς την μεγάλη του ελεημοσύνη. Καθώς μια χούφτα άμμου πέφτοντας στην μεγάλη θάλασσα χάνεται, έτσι και τα πταίσματα κάθε ανθρώπου χάνονται μπροστά στην ελεημοσύνη του Θεού• και καθώς η ποσότητα μιας χούφτας άμμου δεν φράσσει μια πηγή, η οποία αναβρύζει πολύ νερό, έτσι και η ελεημοσύνη του Θεού δεν νικιέται από την κακία των ανθρώπων.



Όπως αυτός που σπέρνει στην θάλασσα περιμένει να θερίσει, έτσι περιμένει και αυτός που μνησικακεί και προσεύχεται• όπως δεν μπορεί κάποιος να εμποδίσει την φλόγα της φωτιάς από το να ανεβαίνει προς τα πάνω, έτσι και οι προσευχές των ελεήμονων ανθρώπων δεν εμποδίζονται από του να ανεβαίνουν προς τον ουρανό• όπως τρέχει το νερό στην κατηφόρα, έτσι τρέχει και ο θυμός στην διάνοια που είναι κυριευμένη από αυτόν (το θυμό). Όποιος απέκτησε στην καρδιά του την ταπείνωση, αυτός νεκρώθηκε για τον κόσμο, και όποιος νεκρώθηκε για τον κόσμο, νεκρώθηκε από τα σωματικά πάθη. Όποιος νέκρωσε την καρδιά του από τις υποθέσεις του, αυτός νέκρωσε τον διάβολο. Όποιος έχει φθόνο στην καρδιά, έχει μαζί του τον διάβολο.



Άλλη είναι η ταπείνωση που προέρχεται από τον φόβο του Θεού, και άλλη η ταπείνωση που προέρχεται από την αγάπη του Θεού. Άλλος ταπεινοφρονεί για τον φόβο του Θεού, και άλλος για την αγάπη του Θεού• και στον πρώτο που ταπεινώνεται για την φόβο του Θεού, ακολουθεί ειρήνη των μελών του σώματος, και καλή τάξη των αισθήσεων, και καρδιά συντριμμένη σε κάθε καιρό• στον δεύτερο που ταπεινώνεται για την αγάπη του Θεού ακολουθεί πολλή απλότητα και καρδιά και που αυξάνει και δεν περιορίζεται.



Η αγάπη δεν γνωρίζει ντροπή, γι’ αυτό δεν ξέρει να τακτοποιεί τα μέλη του σώματος. Η αγάπη έχει φυσική ιδιότητα το να γνωρίζει το μέτρο της. Ω αγάπη! ευτυχισμένος, όποιος σε βρήκε λιμάνι κάθε χαράς. Έτσι αγαπά ο Θεός το σύνολο των ταπεινών, όπως το σύνολο των Σεραφείμ. Από κάθε καθαρή θυσία υπάρχει τιμιότερο στο Θεό το σώμα του φρόνιμου ανθρώπου. Η ταπείνωση και η φρονιμάδα ετοιμάζουν στην ψυχή ενέχυρο από την αγία Τριάδα.



Να πηγαίνεις προς τους φίλους σου με ευλάβεια• κάνοντας το αυτό, και τον εαυτό σου και εκείνους θα ωφελήσεις• επειδή πολλές φορές η ψυχή με την πρόφαση της αγάπης αποβάλλει το χαλινάρι της προφύλαξης• να προφυλάγεσαι, όσο μπορείς, από τις συναναστροφές σου και τις συνομιλίες σου• επειδή σε κάθε περίσταση δεν ωφελούν. Στις συναθροίσεις των πολλών ανθρώπων να προτιμάς την σιωπή• επειδή αυτή εμποδίζει πολλή ζημιά• να φυλάγεις την κοιλιά σου περισσότερο από την όραση των ματιών σου• διότι έτσι ο εσωτερικός πόλεμος γίνεται χωρίς δισταγμό ελαφρότερος του εξωτερικού. Να μη πιστεύσεις ποτέ, αδελφέ μου, ότι εμποδίζονται οι εσωτερικοί λογισμοί χωρίς την καλή τάξη στο σώμα σου. Να φοβάσαι τις κακές συναναστροφές περισσότερο από τους εχθρούς σου. Όποιος τρέφει κακή συνήθεια, είναι ως ένας άνθρωπος, ο οποίος τρέφει την φωτιά με εύφλεκτο υλικό• γιατί το μέτρο της δύναμης, της συνήθεια και της φωτιάς, αποτελείται από ύλη. Η συνήθεια αν ζητήσει κάτι μία φορά, και δεν εκπληρωθεί το αίτημα της, στη συνέχεια εξασθενεί• αν όμως κάνεις μια φορά το αίτημά της, μετά την βρίσκεις δυνατότερη εναντίον σου.



Σε κάθε περίσταση να θυμάσαι, ότι καλύτερη είναι η βοήθεια που προέρχεται από την προφύλαξη, παρά από τα έργα. Μη γίνεσαι φίλος με εκείνον που αγαπά τα γέλια, ή αγαπά να κοροϊδεύει τους ανθρώπους• επειδή σε οδηγεί σε συνήθειες που έχουν νωθρότητα και αμέλεια. Μην δείχνεις ποτέ ευχάριστο πρόσωπο σε εκείνον, ο οποίος ζει ακόλαστη ζωή• αλλά να προσέχεις να μην τον μισήσεις• και αν θέλεις να σωθεί από την αμαρτία του, βοήθησε τον, και έως θανάτου να φροντίσεις να τον σώσεις• εάν όμως υπάρχεις και εσύ ακόμα ασθενής και γεμάτος πάθη, να αποστραφείς την γιατρειά του άλλου• διότι όπως λέγουν οι πατέρες, δώσε του το άκρο της ράβδου σου, και τα άλλα παρόμοια.



Μπροστά στον υψηλόφρονα και φθονερό άνθρωπο να μιλάς με προφύλαξη• διότι ενώ εσύ ακόμη μιλάς, εκείνος εξηγεί τα λόγια σου όπως θέλει αυτός, και παίρνει αφορμή από αυτά, και κάνει στη συνέχεια και τους άλλους να παρερμηνεύουν τα λόγια σου• επειδή μεταβάλλει την έννοια των λόγων σου σύμφωνα με τα αίτια της αρρώστιας του. Σε εκείνον, ο οποίος έρχεται να κατηγορήσει τον αδερφό του μπροστά σου, δείξε πρόσωπο σκυθρωπό• και αν πράξεις έτσι, θα βρεις τον Θεό να σε προφυλάσσει και από αυτό το πάθος της κατηγόριας.



Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του• και αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του• την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον, θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια, και αν ακόμη σου φαίνεται, ότι ειλικρινά και προς οικοδομή σε παρακίνησε ο λογισμός σου να μιλήσεις• γιατί ποια η ανάγκη να καταστρέψει κάποιος το σπίτι του, και να διορθώσει το σπίτι του φίλου του;



Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του. Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους. Σκέψου πόσο μεγάλη είναι αυτή αρετή• στ' αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς, και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς περισσότερο παρά τους δίκαιους• αυτό ο απόστολος Παύλος το αναφέρει ως άξιο θαυμασμού• εάν σε όλα σου τα έργα μπορέσεις να έχεις την συνείδησή σου καθαρή, μην φροντίσεις να εκτελέσεις άλλη αρετή. Σε όλα σου τα έργα ας προηγηθεί η σωφροσύνη του σώματος σου και η καθαρότητα της συνείδησής σου• διότι χωρίς αυτά τα δύο κάθε άλλη αρετή θεωρείται μάταια για τον Θεό. Να γνωρίζεις ότι κάθε έργο που κάνεις χωρίς σκέψη και εξέταση υπάρχει μάταιο• καθώς ο Θεός υπολογίζει την αρετή με την διάκριση και όχι με την αδιάκριτη ενέργεια.



Ο δίκαιος, που φέγγει μπροστά στον ήλιο σαν λυχνάρι, δεν είναι σοφός. Η προσευχή του ανθρώπου που θυμάται τις κακίες των άλλων είναι σαν σπόρος σπαρμένος πάνω στην πέτρα. Ο μοναχός που δεν ελεεί, είναι σαν άκαρπο δένδρο. Ο έλεγχος, που γίνεται από φθόνο, είναι σαν φαρμακερό βέλος. Ο έπαινος του πανούργου είναι κρυμμένη παγίδα. Ο κουτός και ανόητος σύμβουλος είναι τυφλός φύλακας. Η συναναστροφή με ανόητους είναι σχίσιμο της καρδιάς. Η ομιλία του φρόνιμου είναι πηγή γλυκού νερού. Ο σοφός σύμβουλος είναι προστάτης της ελπίδας. Ο κουτός και ανόητος φίλος είναι συγκέντρωση ζημιάς. Καλύτερα είναι να βλέπει κανείς γυναίκες να πενθούν, παρά σοφό να ακολουθεί κουτό. Καλύτερα είναι να κατοικεί κάποιος με θηρία, παρά με αυτούς που κάνουν κακές συναναστροφές. Κάθισε με γύπες, και όχι με πλεονέκτη και αχόρταγο. Γίνε φίλος καλύτερα με τον φονιά, παρά με τον φιλόνικο. Καλύτερα να συνομιλείς με χοίρο παρά με τον γαστρίμαργο. Καλύτερη είναι η σκάφη του φαγητού των χοίρων, παρά το στόμα του πολύφαγου. Κάθισε καλύτερα με τους λεπρούς, παρά με τους υπερήφανους. Να καταδιωχθείς εσύ, και μη καταδιώξεις άλλους. Να συκοφαντηθείς εσύ, και μη συκοφαντήσεις άλλους. Γίνε συμπαθητικός και ήρεμος, και όχι ζηλωτής στο κακό.



Η δικαιολογία δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του τρόπου ζωής των Χριστιανών• επειδή δεν βρίσκεται σημειωμένη στην διδασκαλία του Χριστού. Να χαίρεσαι με αυτούς που χαίρονται, και να κλαις με αυτούς που κλαίνε• διότι αυτό είναι σημάδι της καθαρότητας. Αρρώστησε με τους άρρωστους, και πένθησε με τους αμαρτωλούς, και να χαίρεσαι με αυτούς που μετανοούν. Γίνε φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά κυρίως γίνε φίλος με την διάνοιά σου. Γίνε συμμέτοχος στα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά σωματικά απομακρύνσου από όλους. Μην ελέγχεις κανένα, ούτε να κατηγορήσεις κανένα, ούτε τους πολύ κακούς στον τρόπο ζωής τους. Άπλωσε την στοργή σου, και σκέπασε αυτόν που φταίει, και αν δεν μπορέσεις να δεχτείς εσύ τα φταιξίματα και την παιδεία και την ντροπή αντί γι’ αυτόν, αν δεν μπορέσεις, τουλάχιστον να τον υπομένεις, και μη τον ντροπιάζεις.



Γνώριζε, αδελφέ μου ότι γι’ αυτό πρέπει να καθόμαστε μέσα στο κελί μας, για να μη μαθαίνουμε τα κακά έργα των ανθρώπων, και τότε τους βλέπουμε όλους ως άγιους• αλλά αν ελέγχουμε, και παιδεύουμε και κρίνουμε και εξετάζουμε και αδικούμε και μεμψιμοιρούμε, τότε λοιπόν σε τι διαφέρει η ζωή στην ησυχία από τη ζωή στις πόλεις; Και τι άλλο υπάρχει χειρότερο από τη ζωή στην έρημο, αν δεν απαλλαγούμε από όλα αυτά; αν δεν ησυχάζεις στην καρδιά σου, ησύχασε τουλάχιστον με την γλώσσα σου• και αν δεν μπορέσεις να τακτοποιήσεις τους λογισμούς σου, τακτοποίησε τουλάχιστον τις σωματικές σου αισθήσεις• και αν δεν είσαι μόνος με τη διάνοια σου, μείνε τουλάχιστον μόνος με το σώμα σου• και αν δεν θέλεις να εργάζεσαι σωματικά, να λυπάσαι τουλάχιστον με τη διάνοια σου• και αν δεν μπορείς να αγρυπνάς όρθιος, αγρύπνησε καθιστός ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου• και αν δεν μπορείς να νηστεύσεις δύο ημέρες, νήστευσε τουλάχιστον ως το απόγευμα• και αν δεν μπορείς πάλι ως το απόγευμα, μη χορταίνεις την κοιλιά σου• και αν δεν είσαι άγιος στην καρδιά, γίνε καθαρός στο σώμα σου• και αν δεν πενθεί η καρδιά σου, ας πενθεί το πρόσωπο σου• και αν δεν μπορείς να ελεήσεις, μίλησε τουλάχιστον ως αμαρτωλός• και αν δεν είσαι ειρηνοποιός, μη γίνεσαι τουλάχιστον φιλοτάραχος• και αν δεν υπάρχεις ικανός και έμπειρος, γίνε ακούραστος στο φρόνημα• και αν δεν είσαι νικητής, μη υπερηφανεύεσαι μπροστά στους αίτιους και υπεύθυνους• και αν δεν μπορείς να φράξεις το στόμα εκείνου του κατηγορεί τον αδελφό του, φύλαξε τουλάχιστον το δικό σου, και μη συμφωνήσεις μαζί του.



Γνώριζε καλά, ότι αν βγει από σένα φωτιά, και κάψει ολοκληρωτικά τους άλλους, τις καμένες ψυχές θα τις ζητήσει ο Θεός από τα χέρια σου• και αν δεν βάλεις εσύ την φωτιά, αλλά συνεργείς με αυτόν που την ανάβει, και χαίρεσαι γι’ αυτό, θα είσαι συμμέτοχος στο κακό που έγινε την ημέρα της κρίσεως. Αν αγαπάς την πραότητα, να ειρηνεύεις με τον εαυτό σου• και αν αξιωθείς την ειρήνη, θα χαίρεσαι σε κάθε περίσταση. Ζήτησε φρονιμάδα, και όχι χρυσό. Ντύσου την ταπείνωση, και όχι το βυσσινί φόρεμα των βασιλιάδων. Απόκτησε την ειρήνη, και όχι κοσμική βασιλεία.



Δεν είναι φρόνιμος αυτός που δεν έχει ταπείνωση• και όποιος δεν έχει ταπείνωση δεν θα σκεφτεί ποτέ σωστά. Δεν είναι ταπεινόφρονας όποιος δεν είναι ειρηνικός• και όποιος δεν είναι ειρηνικός, δεν είναι ούτε ταπεινόφρονας• και όταν δεν είναι κάποιος ειρηνικός, δεν θα χαρεί ποτέ του. Σε όλους τους δρόμους των αρετών στους οποίους περιπατούν οι άνθρωποι στον κόσμο, δεν βρίσκουν ειρήνη, αν δεν πλησιάσουν πρώτα στην ελπίδα του Θεού• επειδή η καρδιά δεν ειρηνεύει από τους κόπους και τα εμπόδια έως ότου δεν αποκτήσει την ελπίδα• όταν όμως την αποκτήσει, τότε θα ειρηνεύσει, και θα χαρεί• και αυτό είναι εκείνο που είπε το προσκυνημένο στόμα του Χριστού• «ελάτε σε μένα όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι, και εγώ θα σας αναπαύσω»• πλησίασε, λέει, σε μένα, και αναπαύεσαι από τον κόπο και τον φόβο.



Η ελπίδα στον Θεό αναπτερώνει την καρδιά, ο φόβος όμως της κολάσεως την συντρίβει. Το φως του διάνοιας γεννά την πίστη, και η πίστη γεννά την παρηγοριά της ελπίδας, και η ελπίδα στερεώνει την καρδιά. Η πίστη είναι η φανέρωση της σύνεσης, και όταν σκοτιστεί η διάνοια, κρύβεται η πίστη, και τότε μας κυριεύει ο φόβος, και μας κόβει την ελπίδα. Η πίστη που προέρχεται από την μάθηση (την διδασκαλία), δεν ελευθερώνει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια και τον δισταγμό, αλλά η πίστη που φανερώνεται από την φρονιμάδα, και ανατέλλει από την γνώση και την κατανόηση (την εμπειρία), και γι’ αυτό λέγεται επίγνωση (ολοκληρωμένη γνώση) και φανέρωση της αλήθειας. Έως ότου να γνωρίσει ο νους τον Θεό, και με την επίγνωση να τον καταλάβει ως Θεό, δεν αγγίζει ο φόβος την καρδιά. Όταν μας παραχωρηθεί και πέσουμε σε σκότιση, ώσπου να ταπεινωθούμε, μας συμβαίνει να φοβόμαστε, για να οδηγηθούμε στην ταπείνωση και την μετάνοια.



Ο Υιός του Θεού υπέμεινε τον σταυρό για μάς• ας έχουμε λοιπόν εμείς οι αμαρτωλοί θάρρος στην μετάνοια• διότι αν μόνο το σχήμα της μετάνοιας μετέβαλε την οργή του Θεού τον καιρό του βασιλιά Αχαάβ, πόσο περισσότερο δεν θα εξιλεώσει αμέσως τον Θεό η αληθινή μας μετάνοια; και αν το σχήμα μόνο της ταπείνωσης επέστρεψε πίσω την οργή του Θεού από εκείνον, του οποίου η μετάνοια δεν ήταν αληθινή, πόσο περισσότερο δεν θα την πάρει πίσω αυτήν αμέσως από μάς; αρκεί η λύπη της διάνοιας μας από κάθε άλλη σωματική εργασία.



Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει, ότι υπάρχει ναός της θείας χάρης εκείνος που θυμάται πάντα τον Θεό, και μεριμνά για την κρίση του• και τι άλλο είναι η μέριμνα της κρίσης του Θεού, παρά το να ζητεί κάποιος πάντοτε να απολαύσει την αιώνια ανάπαυση, και να λυπάται συνέχεια, γιατί δεν μπορεί να φτάσει στην τελειότητα εξ’ αιτίας της ασθένειας της φύσης του και η παντοτινή αυτή λύπη είναι το να βαστάζει στην ψυχή του την συνεχή ενθύμηση του Θεού, όπως είπε ο άγιος Βασίλειος. Αμετεώριστη ευχή είναι εκείνη που προξενεί στην ψυχή καθαρή την έννοια του Θεού• και κατοίκηση του Θεού στην καρδιά είναι το να έχει κάποιος μέσα του την ενθύμηση του Θεού, και με αυτόν τον τρόπο γινόμαστε ναός του Θεού• αυτό δεν είναι φροντίδα και μέριμνα συντριμμένης καρδιάς για την ετοιμασία της ανάστασης; Στο Θεό μας δόξα στους αιώνες. Αμήν.

ΑΓ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ

ΑΣΚΗΤΙΚΑ

(Από λεξικό) Ζήλος: Έντονη επιθυμία προς εκτέλεση έργου.

Πηγη: http://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/mwr_zil1.htm

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Ενορία και Εκκλησία Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ




ΕΝΟΡΙΑ
Η μεγάλη μας οικογένεια
α) Εκκλησία και Ενορία
β) Η ζωή της Ενορίας
γ) Η Ενορία στην ιστορία
δ) Δυνατότητες και προοπτικές
Α. ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΟΡΙΑ
1. Στην εκκλησιαστική μας πραγματικότητα η μικρότερη ενότητα, ο πυρήνας της Εκκλησίας, είναι η Ενορία. Ως ευχαριστιακή σύναξη των πιστών εμφανίζεται η (κάθε) Ενορία, σε συνάρτηση βέβαια με την Επισκοπή, στην οποία οργανικά ανήκει, ως «η καθολική εκκλησία» (= Η Εκκλησία) στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ο πιστός ζει το μυστήριο της Εκκλησίας στη ζωή και πράξη της Ενορίας του, μέσα στην οποία αγωνιζόμενος και αγιαζόμενος, ενώνεται με τον Χριστό και τους εν Χριστώ αδελφούς του, πραγματοποιώντας συνεχώς την εν Χριστώ ύπαρξή του, την εκκλησιαστικότητά του. Ο λόγος, συνεπώς, για την Ενορία και τη ζωή της είναι στην ουσία του λόγος για την ίδια την Εκκλησία και την παρουσία της στον κόσμο.
Η Εκκλησία είναι «σώμα Χριστού» (βλ. Α' Κορ. Κεφ. 12), η εν Αγίω Πνεύματι ένωση και ενότητα των πιστών στην θεωμένη ανθρωπότητα του Χριστού. Χριστός και Εκκλησία είναι ενότητα αδιάσπαστη και ασύγχυτη. Είναι κατά τον ι. Χρυσόστομο «γένος εν, Θεού και ανθρώπων» (Ελλην. Πατρ. 52, 789). Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής η δοξασμένη (κατά φύσιν ενωμένη, αδιαίρετα και ασύγχυτα, με την θεία ουσία) ανθρωπότητα (= ανθρώπινη φύση) του Χριστού μας επανέρχεται στον κόσμο, μετά την ανάληψή της στους «ουρανούς» της Τρισηλίου Θεότητος, για να συνεχισθεί η παρουσία του Χριστού στους πιστούς του (πρβλ. Ματθ. 28, 20), με ένα διαφορετικό τρόπο παρουσίας, εν Αγίω Πνεύματι. Ο Χριστός επιστρέφει εν Αγίω Πνεύματι, για να είναι ο τόπος συναντήσεως και ενώσεως των σωζομένων δι' Αυτού και εν Αυτώ. Χρειάζεται όμως να αναλυθεί λίγο περισσότερο αυτή η θεμελιακή για την εκκλησιαστική (ενοριακή) μας ζωή αλήθεια.
Κατά τον «Μυστικό Δείπνο» ο Χριστός έδωσε στους Μαθητάς Του μερικές (επιφανειακά) περίεργες υποσχέσεις: «... Πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου εγώ ειμι και υμείς ήτε». Και στη συνέχεια: «Ουκ αφήσω υμάς ορφανούς, έρχομαι προς υμάς» (Ιωάν. 14, 3. 17). «Εν εκείνη τη ημέρα», συνεχίζει, θα γνωρίσουν οι Μαθηταί, ότι ο Χριστός είναι «εν τω Πατρί», οι Μαθηταί στον Χριστό και ο Χριστός μέσα σ' αυτούς («εν αυτοίς»). Θα αποκτήσουν δηλαδή εμπειρία της παρουσίας του Χριστού μέσα τους. Θα βλέπουν τον Χριστό -και μετά την Ανάληψή Του- διότι ο Χριστός ζει και αυτοί θα ζουν μαζί Του (14, 19). Ο Χριστός θα εμφανίσει τον Εαυτό Του σ' όποιον Τον αγαπά (14, 21), θα έλθει δε να κατοικήσει μέσα του μαζί με τον Πατέρα (14, 23). Όλα αυτά θα συντελεσθούν εν Αγίω Πνεύματι. Το Άγιο Πνεύμα -ο Παράκλητος- θα διδάξει τους μαθητάς «πάντα» και θα τους υπενθυμίσει όλα, όσα τους είπε ο Χριστός (14, 26). Αλλά και στην Αρχιερατική Του Προσευχή ο Κύριος θα παρακαλέσει μεταξύ άλλων τον Πατέρα: «Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω, ίνα όπου ειμί εγώ, κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν...» (Ιωάν. 17, 24). Το χωρίο αυτό (που αναφέρεται στην θέωση) χρησιμοποιείται κατά κόρον στις διαχριστιανικές - οικουμενι(στι)κές σχέσεις, με καθαρά κοινωνιολογική και πολιτική σημασία, και πλήρη όμως άγνοια του αληθινού, θεολογικού - πνευματικού, περιεχομένου του.
Τα λόγια αυτά του Χριστού μας επληρώθηκαν κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Τότε επανήλθε ο Χριστός εν Πνεύματι, μαζί δε μ' Αυτόν και ο Πατέρας, για να κατοικήσουν μέσα στους πιστούς, ώστε αυτοί να θεωρούν (βλέπουν) την άκτιστη δόξα και βασιλεία (το άκτιστο Φως) της Αγίας Τριάδος. Τόπος συναντήσεως -και θεώσεως- όσων αγαπούν τον Θεό-Πατέρα γίνεται η δοξασμένη (= τεθεωμένη) Ανθρωπότητα (ανθρώπινη φύση) του Χριστού. Την ημέρα της Πεντηκοστής δεν ιδρύεται η Εκκλησία, η οποία υπάρχει ήδη με την δημιουργία των Αγγέλων «εν ουρανοίς», ως κοινωνία τους με τον Θεό, αλλά «συγκροτείται» αγιοπνευματικά και φανερώνεται ως «σώμα Χριστού», γιατί η ανθρώπινη Φύση του Χριστού είναι παρούσα και ο Χριστός είναι ενωμένος ολόκληρος με κάθε μέλος του σώματός Του, «μεριζόμενος αμερίστως εν μεριστοίς». Ο όλος Χριστός θα βρίσκεται έκτοτε αδιαίρετα (και ασύγχυτα) σε κάθε μέλος (όταν υπάρχουν φυσικά οι κατάλληλες προϋποθέσεις), αυτό δε, θα συνεχισθεί μέχρι συντελείας των αιώνων.
Τα παραπάνω σημαίνουν, ότι ο Θεάνθρωπος είναι ο «εκκλησιαστής» μας, γιατί μας συνάγει στο πανάγιο Σώμα Του, αλλά και η Εκκλησία μας, γιατί γίνεται ο τόπος της συνάξεώς μας. Να γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ χωρίς τον (αληθινό) Χριστό η Εκκλησία, ούτε πάλι να στηριχθεί σε καμιά (αιρετική) ιδεολογία, έστω λεγομένη «χριστιανική». Γιατί είναι αδιάσπαστα συνυφασμένη με το Πρόσωπο του Θεού Λόγου, του ενσάρκου Λόγου του Θεού, του Σωτήρος Χριστού. Η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο όλος Χριστός (κεφαλή και σώμα), όχι «σώμα χριστιανών», αλλά «σώμα Χριστού». Όλοι οι μετέχοντες στο σώμα του Χριστού πιστοί, κλήρος και λαός, είναι μέσα στο «σώμα», ποτέ πάνω από το σώμα. Γι' αυτό κάθε έννοια «υπερεπισκόπου» (Πάπα) ή ακόμη «δεσποτισμού» δεν μπορεί να ανήκει στη ζωή της Εκκλησίας.
Την Χριστοκεντρική αυτή πραγματικότητα της εκκλησιαστικής κοινωνίας εικονίζει και εκφράζει, αλλά και συνεχώς πραγματώνει, μια πράξη λειτουργική, που λαμβάνει χώρα στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται για την συστολή των Τιμίων Δώρων στο Άγιο Ποτήριο μετά την μετάληψη. Ο Λειτουργός «συστέλλει» (συγκεντρώνει) μέσα στο Άγιο Ποτήριο ό,τι άλλο υπήρχε στο Δισκάριο εκτός από τον Αμνό, δηλαδή την μερίδα της Θεοτόκου, τα τάγματα των Αγγέλων και Αγίων, τα μνημονευθέντα ζώντα και τεθνεώτα μέλη του Σώματος του Χριστού, που «συνεπετέλεσαν» με τον Λειτουργό την Θεία Λειτουργία, με πρώτο τον Επίσκοπο, ο οποίος έστω και σωματικά απών αποτελεί το νοητό ορατό κέντρο της Θείας Ευχαριστίας (το αόρατο είναι ο ίδιος ο Χριστός, «ο αοράτως ημίν συνών») και διακρατεί την ενότητα της Τοπικής Εκκλησίας. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο, το «ατομικό σώμα» του Χριστού γίνεται τώρα ένα με το «κοινωνικό» Του σώμα. Η εν Χριστώ κοινωνία των πιστών είναι ήδη όλη συναγμένη μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Όχι μόνο μια κατακόρυφη κοινωνία κάθε πιστού (ατομικά) με τον Θεό εν Χριστώ, αλλά και η οριζόντια εν Χριστώ ένωση όλων των μελών του σώματος μεταξύ τους. Η Εκκλησία - Χριστός, κεφαλή και σώμα, είναι ορατή πραγματικότητα. Έτσι κατανοείται ο ορισμός του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού για την Εκκλησία: «Εικών... εστι του Θεού... η αγία Εκκλησία, ως την αυτήν τω Θεώ περί τους πιστούς ενεργούσα ένωσιν» (Ελληνική Πατρολογία 91, 668Β).
2. Μέσα στην ιστορία η Εκκλησία εμφανίζεται ως μία συγκεκριμένη εν τόπω πραγματικότητα, ως εν τόπω και χρόνω κοινωνία, ορατή και περιγραπτή κατά την ανθρώπινη πλευρά της. Όπου και όταν τελείται η Θεία Ευχαριστία, συγκεκριμενοποιείται αισθητά η παρουσία της Εκκλησίας ως κοινωνίας. Η Θεία Ευχαριστία, άλλωστε, είναι το επίκεντρο της ζωής της, γιατί κλείνει μέσα της όλη τη ζωή της Εκκλησίας, η οποία επεκτείνεται και έξω από την Θεία Ευχαριστία ως «λειτουργία μετά την λειτουργία», συνεχιζόμενη δηλαδή στην ζωή των πιστών Λειτουργία.
Ήδη στην Κ. Διαθήκη ο Απ. Παύλος μιλεί για την «εκκλησία» μιας πόλεως, π.χ. της Κορίνθου, αλλά και για τις «εκκλησίες» μιας ευρύτερης περιοχής, π.χ. της Αχαΐας. Κάνει έτσι την διάκριση μιας τοπικής εκκλησιαστικής - ευχαριστιακής συνάξεως από άλλες τοπικές εκκλησίες - συνάξεις. Ο πληθυντικός «εκκλησίες» στην ορθοδοξοπατερική παράδοση έχει την λογική έννοια του μέρους αντί του όλου. Κάθε τοπική Εκκλησία, αφού ενσαρκώνει την καθολική αλήθεια, την Ορθοδοξία, είναι Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, παρά την γεωγραφική διαίρεση, όπως ένας είναι ο Χριστός, που προσφέρεται σε κάθε Αγία Τράπεζα ως τροφή «του σύμπαντος κόσμου». Κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, όπου υπάρχει ο Χριστός, στο πλήρωμα της αλήθειάς Του, εκεί υπάρχει και η καθολική (η Μία και Μοναδική) Εκκλησία (Ε.Π. 5, 713). Η τοπικότητα δηλαδή, είναι μία απλή (τοπική) φανέρωση της Μιας και Μοναδικής Καθολικής Εκκλησίας, οι δε τοπικές εκκλησίες μοιάζουν με επιφανειακές πηγές, που προέρχονται από ένα και το αυτό πάντα υπόγειο ποτάμι.
Η Θεία Ευχαριστία εξασφαλίζει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Αυτό είναι το μήνυμα της Α' προς Κορινθίους (10, 15-17). Το ένα σώμα ταυτίζεται εκεί με τον ένα ευχαριστιακό άρτο. «Ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν. οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α' Κορ. 10, 17): Την ίδια εικόνα θα χρησιμοποιήσει μισό περίπου αιώνα μετά και η «Διδαχή» (κεφ. 9-10). Οι πολλοί μάλιστα δεν γίνονται «εν», αλλά «εις» (Γαλ. 3, 28), ο εις Κύριος (ας θυμηθούμε πάλι την συστολή των τιμίων Δώρων). Αυτή η Χριστοκεντρική ενότητα συνέχει την τοπική εκκλησιαστική κοινότητα αρχικά στην μία επισκοποκεντρική ευχαριστία. Τότε (πρώτοι αιώνες) ταυτίζεται η εν τόπω εκκλησία -σύναξη των πιστών- («κατ' οίκον» εκκλησία) με την Ενορία. Η ίδια ενότητα όμως θα εξασφαλίζεται και αργότερα με την εμφάνιση της Ενορίας (τέλη β' αι.), που θα είναι μεν πρεσβυτεροκεντρική, αλλά θα τελεί σε αδιάσπαστο σύνδεσμο με τον επίσκοπο, ώστε δεν θα χάσει την επισκοποκεντρικότητά της και με αυτό τον τρόπο και την Χριστοκεντρικότητά της.
Η ενορία δεν είναι υποκατάστατο της αρχικής επισκοποκεντρικής εκκλησίας, διότι η τελευταία συνεχίζεται στην Επισκοπή των μετέπειτα εποχών. Η Επισκοπή (ο επίσκοπος) παραμένει πάντα το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής. Γιατί η ενορία δεν είναι μια νέα (άλλη) εκκλησία, ώστε να έχουμε πολλές (επί μέρους) εκκλησίες σε κάθε Εκκλησία - Επισκοπή. «Αι εκ λόγων πρακτικής ανάγκης εμφανισθείσαι ενορίαι δεν εθεωρούντο ως αυτοτελείς ευχαριστιακαί ενότητες εντός της επισκοπής, αλλ' εξηρτώντο εκ της μιας επισκοποκεντρικής ευχαριστίας, ως κλάδοι οργανικοί αυτής» (Ι. Ζηζιούλα, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Εν Αθήναις 1965, σ. 195). Δεν θα παύσει ποτέ να θεωρείται απαραίτητη η προσωπική παρουσία του Επισκόπου στην ευχαριστιακή σύναξη των ενοριών. Γι' αυτό και μνημονεύεται ο Επίσκοπος σε κάθε Ευχαριστία (Λειτουργία) μας αμέσως μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, ως να είναι και σωματικά παρών στην σύναξή μας.
Δεν διασπάται, συνεπώς, από τον β' αιώνα με την γένεση της (σημερινής) ενορίας η επισκοποκεντρική Ευχαριστία, αλλά πραγματοποιείται κατά τον Ι. Ζηζιούλα (σήμερα, Μητροπολίτη Περγάμου) «επιμερισμός του συνθρόνου του πρεσβυτερίου» (σ. 151 κ.ε.) για την πρακτική αντιμετώπιση των αναγκών του αριθμητικά αυξημένου εκκλησιαστικού σώματος. Η ενορία είναι η επέκταση της μιας υπό τον επίσκοπο ευχαριστίας μέσα στα γεωγραφικά όρια της επισκοπής, χωρίς να δημιουργούνται έτσι νέα κέντρα ευχαριστιακής ενότητας.
3. Η εν Χριστώ κοινωνία διαφοροποιείται αμετάκλητα και οριστικά από κάθε άλλη εγκόσμια κοινωνία. Όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες θεμελιώνονται σε ορισμένες ιδεολογικές κ.λπ. προϋποθέσεις, βάσει των οποίων συγκροτούνται, ιδιαίτερα στην εποχή μας. Η κοινωνία του σώματος του Χριστού εισήλθε στον κόσμο ως «καινή κτίσις» (Γαλ. 6, 15). Η Εκκλησία είναι μυστήριο «αποκεκρυμμένον από των αιώνων εν τω Θεώ» (Εφεσ. 3, 9) και «πρότερον κτισθείσα, μετά ταύτα γεννάται εκ Θεού» (Μ. Αθαν. Ε.Π. 36, 1004/5). Εισέρχεται εν Χριστώ και δια Χριστού στον κόσμο ως νέο ολότελα μέγεθος στην ανθρώπινη ιστορία. Το Πρόσωπο του Χριστού, το κατ' εξοχήν και μόνο «νέο» που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, διαφοροποιεί ριζικά την δική του κοινωνία από κάθε ανθρώπινη ομάδα, που διεκδικεί το όνομα «κοινωνία». Ο Χριστός είναι ο θεμέλιος τη ενότητας της δικής Του κοινωνίας.
Συνεπώς, ενώ ο κόσμος αγωνίζεται τον σισύφειο αγώνα να συμπήξει τις κοινωνίες του, εμείς οι Χριστιανοί αγωνιζόμεθα, όπως όλοι οι άγιοί μας, να ενταχθούμε στην «ητοιμασμένην ημίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25, 34), στην χάρη και κοινωνία του σώματος του Χριστού. Όλος ο αγώνας μας σ' αυτό εστιάζεται: στην ορθή και πλήρη («ολοτελή», Α' Θεσσ. 5, 23) ένταξή μας στην εν Χριστώ κοινωνία. (Βλ. περισσότερα στου Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της κοινωνίας, στο περιοδ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, έτ. ΚΗ (1985), σ. 82-102).
Η ένταξή μας όμως στην εν Χριστώ κοινωνία, και συνεπώς και στην ενοριακή - εκκλησιαστική ζωή, προϋποθέτει ένα και μοναδικό τρόπο. Είναι ανάγκη η ζωή του Χριστού, η εισαχθείσα στον κόσμο με την σάρκωσή Του «Χριστοζωή», ως καινός τρόπος υπάρξεως, να γίνει και δική μας ζωή. Αυτό πραγματοποιείται, όταν μετά ορισμένη μεταμορφωτική διαδικασία φθάσουμε σε σημείο να μη ζούμε πια εμείς, αλλά να «ζη εν ημίν Χριστός» (Γαλ. 2, 20), να «μορφωθή -δηλαδή- ο Χριστός εν ημίν» (Γαλ. 4, 19). Όλη αυτή η διαδικασία στην θεολογική γλώσσα, στη γλώσσα της Εκκλησίας, ονομάζεται πορεία θεώσεως και είναι η σωτηρία. Στην ζωή της Εκκλησίας εισέρχεται κανείς, για να σωθεί, δηλαδή για να θεωθεί. Αυτό εξασφάλιζε η Ενορία στην αρχαία Εκκλησία και αυτό (πρέπει να) εξασφαλίζει σ' όλους τους αιώνες. Αν ο στόχος αυτός παραθεωρηθεί, τότε αλλοιώνεται η ενοριακή ζωή και καταντά, η στην περίπτωση αυτή ονόματι μόνο ενορία, μία αίρεση, που δεν σώζει, αλλά οδηγεί στην αιώνια απώλεια. Βέβαια, σπεύδουμε να πούμε, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα, ότι στην Ορθοδοξία αυτή η ολοκληρωτική αλλοίωση της ενορίας δεν είναι δυνατή. Διότι, και αν ακόμη βρεθούν κληρικοί, που βλέπουν κοσμικά την ενοριακή ζωή και «διδάσκουν ούτω τους ανθρώπους», μένουν οι εν Χριστώ πατέρες και διδάσκαλοί μας, οι άγιοι Πατέρες, που μας διδάσκουν τον τρόπο σωτηρίας με τα λειτουργικά βιβλία, τους ύμνους και τις ευχές. Όταν όμως ο προφητικός, αποστολικός και πατερικός λόγος σιγήσει, τότε χάνεται αμετάκλητα ο ορθός προσανατολισμός και στόχος της εκκλησιαστικής ζωής.
4. Η διαμόρφωση της ενοριακής - εκκλησιαστικής ζωής ήδη κατά την αποστολική εποχή έλαβε τον χαρακτήρα μιας πλήρους Θεοκρατίας - Χριστοκρατίας. Βέβαια θα πρέπει να διευκρινισθεί, ότι ο θεοκρατικός χαρακτήρας της εκκλησιαστικής ζωής δεν (μπορεί να) έχει τίποτε το κοινό με τον παπισμό ή την μουσουλμανική «θεοκρατία». Γιατί δεν είναι ποτέ κληρικοκρατία και φεουδαρχική ανθρωποκρατία, αλλά Χριστοκρατία. Η ορθόδοξη - ρωμαίικη θεοκρατία είναι αυτό, που εκφράζουν κατά τρόπο μοναδικό δύο σημαντικότατες λειτουργικές φράσεις, που τόσο συχνά επαναλαμβάνουμε: α) «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός» και β) «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αν συνδέσουμε την πρώτη φράση με το χώρο της εμφανίσεώς της, το ρωμαϊκό κράτος, τότε συνειδητοποιούμε σαφέστατα την βαθύτερη έννοιά της. Δεν είναι κάποιος κοσμικός Καίσαρας ο Κύριος της Εκκλησίας, στον οποίο υποδουλώνονται οι πιστοί, αλλά ο Αιώνιος Δεσπότης Χριστός, ο Κύριος και συνάμα ελευθερωτής της όλης ζωής μας. Η Εκκλησία δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τον Χριστό στα χέρια και τις διαθέσεις κάποιου εγκόσμιου Καίσαρα ή Πάπα.
Η θεοκρατία, συνεπώς, της Εκκλησίας είναι η διαρκής συναίσθηση της ζωντανής παρουσίας του Χριστού - Κυρίου στη ζωή του σώματός Του και της συνεχούς διαποιμάνσεως και διακυβερνήσεως του σώματος της Εκκλησίας άμεσα από Αυτόν εν Αγίω Πνεύματι. Έτσι, μπορεί να κατανοηθεί σαφώς και η θέση των Κληρικών στο εκκλησιαστικό σώμα. Ο Επίσκοπος, παρά την θεμελιακή και αμετάθετη θέση του στην ευχαριστιακή σύναξη και την ζωή της (τοπικής) Εκκλησίας, δεν είναι καθόλου «αντικαταστάτης» και «αντιπρόσωπος» του Χριστού, σαν να αναπληρούσε τον απόντα Χριστόν (παπισμός), αλλά στο πρόσωπό του γίνεται φανερός αισθητά ο πάντοτε «αοράτως ημίν συνών» (παρών) Χριστός.
Αρκεί να θυμηθούμε μερικές χαρακτηριστικές πατερικές αναφορές στο σημείο αυτό. Κατά τον ανυπέρβλητο εκκλησιολόγο άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο (βλ. Αθαν. Γιέβτιτς, Η εκκλησιολογία του Αποστ. Παύλου κατά τον ιερόν Χρυσόστομον, Αθήναι 1967), στη Θεία Ευχαριστία «προσφέρων» δεν είναι μόνο ο λειτουργός, αλλά μαζί και όλη η κοινότητα, ο δε καθαγιασμός «ουκ έστιν ανθρωπίνης φύσεως κατορθώματα..., αλλ' η του Πνεύματος χάρις, παρούσα και πάσιν εφιπταμένη, την μυστικήν εκείνην κατασκευάζει θυσίαν». Διότι ο λειτουργός απλώς «την εαυτού δανείζει γλώτταν και την εαυτού παρέχει χείρα» (Ε.Π. 62, 204). Σ' άλλο δε σημείο, αναφερόμενος ο ίδιος στην «ανθρωπίνην διαίρεσιν» των μελών της Εκκλησίας σε «πρόβατα και ποιμένας» παρατηρεί: «... πρόβατα και ποιμένες προς την ανθρωπίνην εισί διαίρεσιν, προς δε τον Χριστόν πάντες πρόβατα. και γαρ οι ποιμαίνοντες και οι ποιμαινόμενοι υφ' ενός, του άνω ποιμένος, ποιμαίνονται» (Ε.Π. 52, 784). Η ενότητα του σώματος δεν επιτρέπει κοσμικές διαφοροποιήσεις σε άρχοντες και αρχομένους. «Ουκ αρχόντων τύφος (= έπαρση) εστίν ενταύθα (στην Εκκλησία), ουδέ αρχομένων δουλοπρέπεια, αλλ' αρχή πνευματική, τούτω μάλιστα πλεονεκτούσα, τω το πλέον των πόνων... ου τω τας τιμάς πλείους αναζητείν» (Ε.Π. 61, 427/8). Την διαφορά μεταξύ κληρικών και λαϊκών εντοπίζει ο ι. Χρυσόστομος στον μεγαλύτερο κόπο και μόχθο και όχι σε υπεροχικές εξάρσεις (βλ. περισσότερα στου Ι. Καρμίρη, Η θέσις και η διακονία των Λαϊκών εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Εν Αθήναις 1976).
Η θεοκεντρική αυτή οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής επιτρέπει να καταλάβουμε, γιατί δεν μπορεί να υπάρχουν στην Εκκλησία αξιώματα και εξουσίες, κατά την κοσμική έννοια, παρά μόνο λειτουργήματα και διακονίες. Κάθε διακονία μάλιστα απορρέει από το Χριστό και είναι διακονία του σώματός Του. Ένας είναι ο Χριστός, αλλά πολλές οι διακονίες του σώματός Του. Η διάρθρωση της εκκλησιαστικής ζωής δεν είναι επινόημα, ιδεολογικό κατασκεύασμα, απόρροια των απαιτήσεων κάποιου Καταστατικού, ορθολογικά συνταγμένου. Γεννώνται μέσα στην εν Χριστώ ζωή. Είναι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που μετασχηματίζονται σε διακονήματα - διακονίες. Γιατί τα Πνευματικά «δώρα» (Ιακ. 1, 17, Α' Κορ. 12-14) ενεργοποιούνται σε διακονήματα για την εν Χριστώ λειτουργία του σώματος. Αυτή η ενεργοποίηση του κάθε χαρίσματος αποτελεί βιωμένη αγιοπνευματική εμπειρία, που μετά περιγράφεται και κωδικοποιείται. Δεν δημιουργείται όμως από τον άνθρωπο. Μένει πάντα δώρο Θεού.
Τα λειτουργήματα στην Εκκλησία έχουν προσωπικό χαρακτήρα. Δεν είναι αφηρημένα αξιώματα και τίτλοι, όπως κατήντησαν δυστυχώς να είναι τα διάφορα οφφίκια (πρωτοπρεσβύτερος, οικονόμος κ.λπ.). Τα πρόσωπα, που ενσαρκώνουν τα λειτουργήματα, συγκροτούν την εκκλησιαστική ζωή και ιεραρχία. Αρκεί να υπενθυμίσουμε το Α' Κορ. 12, 28: «... ο Θεός έθετο εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, έπειτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (πρβλ. Εφεσ. 4, 11). Είναι γενικά παραδεκτό σήμερα, ότι οι ονομαζόμενοι εδώ «προφήται» είναι οι ονομασθέντες κατόπιν επίσκοποι (βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α', Αθήναι 1992, σ. 101 κ.ε.).
Ο επίσκοπος ήταν μέχρι τον δ' αιώνα λειτουργός και όχι διοικητής. Οι «ποιμένες και διδάσκαλοι» του δ' της Εφεσίους ήταν οι σημερινοί πρεσβύτεροι, που αποτελούσαν τους διοικητικούς συμβούλους του επισκόπου και διακονούσαν το πλήρωμα ως διδάσκαλοι και κατηχηταί. Οι κατ' εξοχήν διδάσκαλοι της αρχαίας Εκκλησίας ήσαν οι πρεσβύτεροι (π.χ. ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, ο Ωριγένης κ.ά.). Τον γ' μάλιστα αιώνα λειτουργούσε τακτικός θεσμός συνάξεων για προσευχή και διδασκαλία, «δίχα της των μυστηρίων τελετής», υπό την ηγεσία των πρεσβυτέρων, την Τετάρτη και την Παρασκευή, για την κατήχηση των πιστών.
Ενώ στις αιρέσεις, που εκκοσμικεύουν την εκκλησιαστική ζωή, αλλοτριώνοντάς την, οι θεσμοί και τα αξιώματα έχουν πρωταρχική σημασία, στην Εκκλησία, εκείνο που βαρύνει περισσότερο, είναι ο φορέας του θείου χαρίσματος, το ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν μπορούν να υπάρχουν εκκλησιαστικά λειτουργήματα και διακονίες χωρίς τους φορείς των πνευματικών χαρισμάτων. Αρκεί να φέρουμε σαν παράδειγμα τον θεμελιακό εκκλησιαστικό θεσμό της συνόδου, που όχι σπάνια νοείται και από μας, τους ορθοδόξους, κοσμικά και νομικά. Καμιά σύνοδος, και μάλιστα οικουμενική, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς θεοφόρους, δηλαδή φωτισμένους από το Άγιο Πνεύμα, Πατέρας. Προϋπόθεση, για να είναι ο Χριστός ενεργά παρών σε μια σύνοδο, είναι να υπάρχει ο Χριστός εν Πνεύματι μέσα στην καρδιά των συγκροτούντων την σύνοδο. Σ' αυτό διαφέρουν οι αυθεντικές από τις μη γνήσιες συνόδους. Μόνο αν ο Χριστός είναι «εν ημίν», ενεργεί και «εν μέσω ημών» και «δι' ημών». Μπορεί να υπάρξει σύναξη ανθρώπων, που χρησιμοποιεί την Γραφή και την έρευνα (ως λ.χ. οι διάφοροι αιρετικοί), αλλά να μην έχει Χριστό. Γιατί δεν υπάρχει ο Χριστός μέσα στις καρδιές των αιρετικών, παρά μόνο στα χείλη τους (πρβλ. Ματθ. 15, 8).
5. Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να καταλάβουμε, ότι ο κληρικός, μολονότι ταγμένος να «ποιμαίνει τα πρόβατα» του Χριστού (Ιωάν. 21, 16), δεν είναι «άρχοντας» και «εξουσιαστής», αλλά φορέας λειτουργικού χαρίσματος, το οποίο καλείται να ενεργοποιεί σε διακονία ποιμαντική για την εν Χριστώ αύξηση του ποιμνίου του. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη, ότι τα «πρόβατα» είναι λογικά, και έχουν συνεπώς την δική τους προσωπικότητα και κρίση, και ότι δεν είναι του κληρικού, αλλά του Χριστού πρόβατα, όπως και ο κληρικός, τότε αντιλαμβανόμασθε πόσο απέχει η διακονία του από την κοσμική αντίληψη περί εξουσίας. Αν πάλι σκεφθούμε, ότι και τα λαϊκά μέλη του εκκλησιαστικού σώματος λαμβάνουν χαρίσματα, που ενεργοποιούνται σε διακονήματα μέσα στο σώμα, τότε γίνεται φανερό ότι η αξιοποίηση των χαρισμάτων των λαϊκών εκ μέρους του εφημερίου μιας ενορίας όχι μόνο δεν σημαίνει χαριστική παραχώρηση, αλλά απλούστατα κατάφαση της αυθεντικής λειτουργίας του εκκλησιαστικού σώματος, με την αξιοποίηση όλων των μελών του.
Εν τούτοις μια παρα-παράδοση (και ουσιαστικά αντι-παράδοση) έχει παρασιτικά εισχωρήσει στη ζωή μας και γι' αυτό επικρατεί η σφαλερά εντύπωση, ότι έχουμε μια τάξη αρχόντων (πριγκήπων) στην Εκκλησία και μια τάξη αρχομένων. Περιττό να πούμε, ότι τέτοιες αντιλήψεις φεουδαρχικού χαρακτήρα είναι συνέπεια των μακροχρονίων επιρροών, που δεχθήκαμε ως υπόδουλη Ρωμηοσύνη από τη Φραγκιά και την Τουρκιά και από τις οποίες καταταλαιπωρούμεθα ακόμη. Μια πρακτική λ.χ. προέκταση -πολύ συνήθης- της αντιλήψεως αυτής γίνεται αισθητή στην λειτουργική μας πράξη. Πρόκειται για την φανερή ή ενδόμυχη πεποίθηση πολλών, ότι στη λατρεία διακρινόμασθε στους τελούντες - δρώντες (λειτουργούς) και στους παρακολουθούντες (λαϊκούς - εκκλησίασμα). Επικρατεί, έτσι, μια συνείδηση θεατρικού χώρου, έρχεται δε και η γλώσσα («υπέρ των παρακολουθούντων την ιεράν ακολουθίαν ταύτην...») να ελέγξει και επαληθεύσει τις εσωτερικές τοποθετήσεις. Το ερώτημα είναι, πώς θα επαναποκτηθεί το αυθεντικό εκκλησιαστικό φρόνημα, που θα μας επαναφέρει στη συνείδηση του σώματος και της ενότητάς του, βάσει της οποίας δεν μπορεί να υπάρξουν «τελούντες» και «παρακολουθούντες», αλλά μόνο συνεπιτελούντες - συμπροσευχόμενοι - συμπροσφέροντες, κληρικοί και λαϊκοί.
Πράγματι, μέσα στην πατερική παράδοση, την οποία ανάγλυφα παρουσιάζει στην παραπάνω μελέτη του ο αείμνηστος Καθηγ. Ι. Καρμίρης, δεν γίνεται καμιά «ταξική» διάκριση Κλήρου και Λαϊκών, αφού όλα τα μέλη επιτελούν την λειτουργία τους και διακονία τους μέσα στο σώμα. Άλλωστε και ο όρος «λαϊκός», παραγόμενος από το «λαός», σημαίνει κυρίως τον ανήκοντα στον «λαό του Θεού», στο εκκλησιαστικό σώμα, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα μέλη, κληρικούς και λαϊκούς, μαζί χωρίς ταξική διάκριση. Ο λαϊκός είναι αυτός, που δεν έχει την «ειδική ιερωσύνη» του κληρικού. Η μόνη επιτρεπτή διάκριση μεταξύ τους είναι στην επιτελούμενη διακονία και όχι στην «ταξική» διαφοροποίησή τους. Η αρμονική αυτή λειτουργία όλου του σώματος συνιστά τον εκκλησιαστικό οργανισμό, όπως τούτο μαρτυρείται στην Α' Κλήμεντος († 95 μ.Χ.): «... Τω γαρ αρχιερεί ίδιαι λειτουργίαι δεδομέναι εισίν, και τοις ιερεύσιν ίδιος ο τόπος προστέτακται, και λευίταις ίδιαι διακονίαι επίκεινται. ο λαϊκός άνθρωπος τοις λαϊκοίς προστάγμασιν δέδεται» (40, 5).
Στο σώμα υπάρχουν χαρίσματα, λειτουργήματα, διακονίες. Αλλά για όλους. Μιλώντας για την εκκλησία της αποστολικής εποχής ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης σημειώνει: «Οι Χριστιανοί εκείνοι, όπου επίστευον εις την αρχήν του κηρύγματος, και εβαπτίζοντο, όλοι ελάμβανον Πνεύμα Άγιον. Επειδή δε το Πνεύμα το Άγιον είναι κατά την εαυτού φύσιν αόρατον, εδίδετο εις τους τούτο λαμβάνοντας ένα σημάδι αισθητόν και ορατόν της εαυτού ενεργείας. Όθεν οι βαπτιζόμενοι ή με γλώσσας διαφόρους ελάλουν ή προεφήτευαν ή θαύματα έκαμναν». Τα χαρίσματα ήσαν δηλωτικά της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος μέσα στους πιστούς, οι οποίοι αναδεικνύονταν έτσι «ναοί» - κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος. Η χαλάρωση της χριστιανικής ζωής στους μετέπειτα αιώνες περιώρισε τα χαρίσματα στους Αγίους, που εξακολουθούν να είναι οι αυθεντικοί πιστοί και «ναοί» του Αγ. Πνεύματος και τα πραγματικά μέλη του εκκλησιαστικού σώματος.
Η ιερωσύνη είναι χάρισμα, που ενεργοποιείται σε συγκεκριμένο λειτούργημα, θεμελιώδες μεν για την υπόσταση της Εκκλησίας, αλλά που δεν αποκλείει και άλλα χαρίσματα και άλλους χαρισματικούς φορείς και μεταξύ των λαϊκών. Άλλωστε κατά το Α' Κορ. 12, 18-31 όσοι ανήκαν στο σώμα του Χριστού -την Εκκλησίαν- είχαν χαρίσματα, όπως είπε παραπάνω και ο άγιος Νικόδημος. Μόνο δε οι «ιδιώται» και οι «άπιστοι» (14, 23), όσοι δηλαδή δεν ήσαν ακόμη μέλη (οι κατηχούμενοι) δεν είχαν χαρίσματα. Με την πάροδο των αιώνων όμως και την τυποποίηση της χριστιανικής ιδιότητος περιορίσθηκαν τα χαρίσματα, όπως είπαμε, στους Αγίους - θεουμένους, υπερτονίσθηκε δε έτσι το μόνο χάρισμα - λειτούργημα, που παραμένει αμετάπτωτο, η Ιερωσύνη, έστω και αν πολλοί φορείς της εσωτερικά δεν ανταποκρινόμασθε και δεν διαφέρουμε, έτσι, από «αχθοφόρους» του χαρίσματος, που μας δόθηκε «δι' επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου» (Α' Τιμ. 4, 14). Όταν, λοιπόν, συνειδητοποιήσουμε οι Κληρικοί, ότι μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα επιτελούμε το λειτούργημα και την διακονία μας, ως μέλη και μεις του σώματος, τότε θα εξαλειφθεί κάθε φεουδαρχική - δεσποτική αντίληψη της ιερωσύνης και η ενορία θα ξαναβρεί στο πρόσωπό μας, τον πατέρα και ποιμένα.
Β'. Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
Πώς δομείται όμως, σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοσή μας, η ζωή της ενορίας; Η συγκρότηση της Ενορίας γίνεται, καταρχάς, με ένα και μοναδικό στόχο: την θέωση των μελών της. Αυτός ο στόχος μένει στους αιώνες αμετάθετος και αμετάβλητος. Η μεταβολή του στόχου σημαίνει αυτόματα αλλοτρίωση της Ενορίας και έκπτωσή της σε μια κοσμική ομοδοποίηση (σύλλογο, σωματείο κ.τ.ό.), που χάνει πια τον χαρακτήρα της Εκκλησίας.
1. Η ζωή της Ενορίας αναπτύσσεται ως εν Χριστώ κοινωνία, όπως αυτή εκφράζεται ακριβώς στις γνωστές περικοπές Πράξ. 2, 42-47 και 4, 32-37. Εις Κύριος, μία πίστις, μία ζωή, μία κοινωνία. Ο Χριστός μας δεν σώζει ατομικά και αυτόνομα τον καθένα, αλλά κοινωνικά - ομαδικά, ως μέλος ενός σώματος, μιας κοινωνίας, της κοινωνίας του σώματός Του. Χωρίς πλήρη και οργανική ένταξη στο σώμα δεν υπάρχει θέωση - σωτηρία. Γι' αυτό οι πρώτοι χριστιανοί χάραξαν ένα δρόμο, που οφείλουν να ακολουθούν όλοι οι πραγματικοί χριστιανοί στους αιώνες: την ολοτελή δηλαδή εγκατάλειψη («απόταξη») του κόσμου και την «σύνταξή» τους με τον Χριστό, όπως ομολογούμε στην ακολουθία του Βαπτίσματος. Η Εκκλησία υπάρχει στον κόσμο ως «τρίτον γένος», ξένο και προς τον ιουδαϊσμό και τον εθνικό κόσμο, αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο μέγεθος, με αποκλειστικότητα στη χορήγηση σωτηρίας (θέωσης).
Τούτο όμως σημαίνει προσφορά - παράθεση όλης της ζωής στον Χριστό («... πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»). και της πνευματικής και της σωματικής - υλικής. Όλος ο άνθρωπος γίνεται δεκτός από τον Χριστό και όλη η ζωή του. Εντάσσεται ο πιστός στην εν Χριστώ κοινωνία με όλα τα προβλήματά του. Η Εκκλησία δεν τεμαχίζει τον άνθρωπο σε ψυχή και σώμα, ώστε να διακρίνει και τα πνευματικά από τα υλικά. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά το «κατ' εικόνα» αναφέρεται σ' όλο τον άνθρωπο: «Μη αν ψυχήν μόνην, μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον, ον δη και κατ' εικόνα πεποιηκέναι ο Θεός λέγεται» (Ε.Π. 150, 1361C).
Ο Χριστός προσλαμβάνει και σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο, ως ψυχοσωματική ενότητα και ολότητα. Δεν τον ξεσχίζει, δεν τον κομματιάζει. Όπως θα πει ο άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Όλον όλος ανέλαβέ με και όλος όλω ηνώθη, ίνα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται». Γι' αυτό και η διακονία μας προσφέρεται σ' ολόκληρο τον άνθρωπο. Είναι διακονία «πνευματική», αλλά και «σωματική - υλική». Ολόκληρος ο άνθρωπος είναι ανάγκη να σωθεί. Να απαλλαγεί - απελευθερωθεί από την αμαρτία, την φθορά, τον θάνατο και να θεωθεί. Και αυτό γίνεται με την «Χριστοποίηση» όλης της ζωής μας, πνευματικής και σωματικής, προσωπικής και κοινωνικής. Μια αντίληψη, συνεπώς, ότι είναι δυνατόν πνευματικά (κατά την ψυχή) να τροφοδοτείται ο άνθρωπος από τον Χριστό, σωματικά δε και κοινωνικά να δηλητηριάζεται από την «αθεΐα» των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων του κόσμου, είναι ορθόδοξα παντελώς αδιανόητη. Το δράμα της εκκλησιαστικής μας ζωής από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830) είναι, ότι η διακονία μας στην Ενορία περιορίσθηκε στα «πνευματικά» (λατρεία και μυστήρια), το δε ενδιαφέρον μας για τα «κοινωνικά» εντοπίσθηκε στη «φιλανθρωπία», με την τυποποιημένη μορφή της «ελεημοσύνης». Θεωρούν δε εντελώς φυσικό οι (υποτιθέμενοι) πιστοί - μέλη της ενορίας μας να αγωνίζονται ή να προσδοκούν να «σώσουν» τον κοινωνικό μας χώρο με τους καπιταλισμούς και σοσιαλισμούς της Φραγκιάς, σαν να μην ήταν η φωνή του Θεού που διακηρύττει, ότι με την σάρκωση του Θεού Λόγου «γέγονε καινά τα πάντα» (Β' Κορ. 5, 17). Βέβαια, το τραγικό μας λάθος θεμελιώνεται στην πλάνη, που επικράτησε μετά την Επανάσταση του 1821, ότι η πολιτική μας ζωή και τα πρόσωπα, που ανέλαβαν να την διακονήσουν, συνιστούσαν συνέχεια του Βυζαντίου - Ρωμανίας και της Τουρκοκρατίας, ενώ τώρα μέσω της πολιτικής κυρίως είχε εισβάλει η Φραγκιά στη ζωή μας με όλα τα εξουθενωτικά επακόλουθα αυτής της εισβολής. (Βλ. γι' αυτά στου Γ.Δ. Μεταλληνού, Ιδεολογικοί προσανατολισμοί και δομικές διαφοροποιήσεις στη Νεοελληνική κοινωνία, περιοδ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, έτ. ΚΖ (1984), σ. 205-228).
Πώς νοείται εκκλησιοκεντρικά η ένταξη ΟΛΗΣ της ζωής μας στη ζωή της Εκκλησίας - ενορίας, φαίνεται στην Κ. Διαθήκη από την διακονία των «Επτά» (διακόνων - Πράξ. κεφ. 6), που ήταν μία μορφή «πολιτικής» (δηλαδή Κοινωνικής) διακονίας, και από τον θεσμό της «κοινοκτημοσύνης» (Πράξ. β' και δ') και των «λογιών» (= συλλογή οικονομικής βοήθειας για τις πτωχότερες κοινότητες. Γαλ. 2, 10 - Α' Κορ. 16, 2 ε. κ.λπ.), που όπως επεκτάθηκε στις χριστιανικές κοινότητες έδωσε στην Εκκλησία την μορφή μιας εν Χριστώ Κοινοπολιτείας, μιας οικουμενικής αυτοτελούς κοινωνίας της όλης ζωής. (Βλ. περισσότερα στου Γ.Δ. Μεταλληνού, Ορθοδοξία και Κοινωνικοπολιτική διακονία, στον τόμο: «Η Ορθοδοξία ως πολιτική διακονία», Λευκωσία 1984, σ. 9-40).
2. Η «ολοτελής» ένταξη όμως του ανθρώπου στο σώμα του Χριστού δεν εξαρτάται από μια απλή απόφαση του ανθρώπου, από μόνη τη θέλησή του. Έχει ορισμένες θεμελιακές και απαράβατες προϋποθέσεις. Δεν είναι κάτι ανάλογο με την ένταξη σε κάποιο Σύλλογο - Σωματείο, όπου αρκούν η συμπλήρωση τυπικών διατυπώσεων και η εκπλήρωση - τήρηση ορισμένων συμβατικοτήτων. Δεν στηρίζεται δηλαδή σε εξωτερικές ενέργειες και πράξεις. Η συμμετοχή στην εν Χριστώ κοινωνία απαιτεί εσωτερικές για τον άνθρωπο διεργασίες, όπως βλέπουμε πάλι στην Κ. Διαθήκη. Χρειάζεται όμως η ορθή (θα έλεγα καλύτερα: αγιο-πνευματική) προσέγγισή της, που εξασφαλίζεται μόνο μέσω των Αγίων Πατέρων. Στο σημείο αυτό θα μου επιτραπεί μια παρέκβαση.
Συχνά διαβάζουμε την Γραφή επίπεδα, χωρίς να μπορούμε να δούμε ανάγλυφες και ζωντανές τις αφηγήσεις της. Τούτο συμβαίνει, γιατί αγνοούμε την «γλώσσα» της Γραφής, την «σημαντική» της. Και εννοώ την θεολογική - εκκλησιαστική γλώσσα. Κάθε λέξη - όρος της Γραφής αναφέρεται σε μια πραγματικότητα, εκφράζει μια πραγματικότητα της εκκλησιαστικής ζωής, γνωστή σ' εκείνους που την βιούν, τους θεουμένους. Έξω από τον κύκλο των θεουμένων η Γραφή μένει «βιβλίον εσφραγισμένον σφραγίσιν επτά» (Αποκ. 5, 1), δηλαδή τελείως ακατάληπτο. Τότε οι γραφικοί όροι μένουν άχρωμοι, ανέκφραστοι, νεκροί και νοούνται με τη σημασία, που έχουν λάβει στην χρήση του κόσμου. (Αυτή είναι η μη εκκλησιαστική, η αιρετική ερμηνεία τους). Αυτό δυστυχώς συμβαίνει συχνά και σε μας, τους κληρικούς και «θεολόγους», όταν δεν έχουμε πατερικές - παραδοσιακές, αλλά κοσμικές (φράγκικες) προϋποθέσεις στην μελέτη της Γραφής. Μόνο με την βοήθεια των θεουμένων, των Αγίων μας Πατέρων, μπορούμε να προσεγγίσουμε ορθόδοξα την Γραφή. Γι' αυτό δεν μπορεί να υπάρξει Ορθοδοξία χωρίς θεουμένους - Αγίους (Πατέρες). Η (προτεσταντική) απολυτοποίηση και απομόνωση της Γραφής, που συνοδεύεται με την απόρριψη των Πατέρων, γίνεται συχνά και από «ορθοδόξους» δεκτή, με ευνόητα τα αποτελέσματα. Χωρίς όμως Πατέρες η Γραφή μένει ανερμήνευτη και ακατανόητη, γιατί η Γραφή είναι βιβλίο της Εκκλησίας, μιλεί την γλώσσα της Εκκλησίας και μόνο τα γνήσια μέλη της Εκκλησίας, οι θεούμενοι - Άγιοι, γνωρίζουν την γλώσσα της Γραφής (βλ. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Αγία Γραφή - Εκκλησία - Παράδοσις. Μετάφρ. Δημ. Τσάμη, Θεσσαλονίκη 1976). Δεν είναι άρα περίεργο, ότι πολύ συχνά η ακαδημαϊκή μας θεολογία και ερμηνευτική διαφέρουν από την θεολογία των Πατέρων και της Λατρείας μας, στην οποία ο πατερικός λόγος γίνεται ευχή και ύμνος της Εκκλησίας. Γιατί τα κριτήρια και τα ερμηνευτικά κλειδιά μας δεν είναι πατερικά. (Για τα πατερικά αυτά κριτήρια βλ. π. Ιωάν. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας, τόμ. Α', Θεσσαλονίκη 1984).
Από την Κ. Διαθήκη, μέσω της πατερικής ερμηνευτικής, μαθαίνουμε πώς γινόταν στους πρώτους αιώνες η «μύηση» -η εισαγωγική κατήχηση- των ερχομένων στην Εκκλησία. Την πρώτη μέρα ονομαζόταν κάποιος «χριστιανός», μολονότι ως κατηχούμενος δεν μετείχε στην μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν ξέρω πώς θα αντιδράσει ο καθένας μας, πληροφορούμενος, ότι οι γνωστότατοί μας Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος ο Θεολόγος στην Αθήνα ονομάζονταν και ζούσαν ως χριστιανοί, αλλά δεν κοινωνούσαν, αφού ακόμη δεν είχαν βαπτισθεί! Σήμερα, που επεκράτησε να βαπτιζόμασθε σε βρεφική ηλικία, θεωρείται αυτονόητη η χριστιανική ιδιότητα και το δικαίωμα να μετέχει κάποιος στη θεία κοινωνία, έστω και αν μετά το βάπτισμα -όπως συμβαίνει σε πολλούς- έχει τελείως απομακρυνθεί από την εν Χριστώ ζωή. Βαπτιζόταν όμως κανείς, αφού εισαγόταν στην πρακτική της καθάρσεως της καρδιάς του από τα πάθη, με τη βοήθεια του Γέροντά του (όπως γίνεται σήμερα στα μοναστήρια), για να μπορεί εν συνεχεία να δεχθεί τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, το «βάπτισμα του Πνεύματος» (Πράξ. 1, 5) μέσα στην καρδιά του. Ο νηπιοβαπτισμός υπήρχε πράγματι, αλλά εφαρμοζόταν μόνο σε ζωντανές χριστιανικές οικογένειες, στις οποίες υπήρχαν οι προϋποθέσεις, ώστε τα βαπτιζόμενα νήπια να συνεχίζουν την εν Χριστώ ζωή κοντά στο Γέροντα -Πνευματικό τους και μέσα στην οικογένειά τους.
Εξίσου ακατανόητοι είναι και οι «Εξορκισμοί», που διαβάζονται στην «Κατήχηση», που προηγείται της ακολουθίας του βαπτίσματος. Με την τυποποίηση που έλαβαν, ενώθηκαν, σε μια ακολουθία, «Κατήχηση» και «Βάπτισμα», και οι εξορκισμοί ακούονται σαν μαγικά λόγια στους παρισταμένους, κυρίως δε τους γονείς και τον ανάδοχο, που συνήθως είναι «χριστιανοί της ταυτότητας» και μόνο. Δεν καταλαβαίνει κανείς το πραγματικό τους νόημα και τον λόγο υπάρξεώς τους. Οι «Εξορκισμοί» όμως ήταν το επιστέγασμα του αγώνα του κατηχουμένου να μάθει να αντιστέκεται και να κατανικά τις μεθοδείες του διαβόλου κοντά στον Πνευματικό - Κατηχητή του, με βάση τα τρία προβαπτισματικά Ευαγγέλια (τα λεγόμενα «συνοπτικά»). Το Κατά Ιωάννην, ως πνευματικό, διδασκόταν μετά το βάπτισμα, στους νεοφωτίστους. Γι' αυτό και μέχρι σήμερα στη λειτουργική μας Πράξη από το Πάσχα και μετά αναγινώσκεται το Κατά Ιωάννην (την νύχτα του Πάσχα βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι). Όλα αυτά, τυποποιημένα, έγιναν πια αγνώριστα. Και αυτά δεν είναι παρά μερικά παραδείγματα.
Μετά τον επίσκοπο, βασικοί πνευματικοί πατέρες και διδάσκαλοι ήσαν οι πρεσβύτεροι. Αλλά και λαϊκοί ακόμη, όπως συμβαίνει σήμερα με (μη χειροτονημένους) μοναχούς. Γιατί όσοι περνούσαν το στάδιο της καθάρσεως και έφθαναν στο στάδιο του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος ήσαν «πνευματικοί», δηλαδή «Πνευματοφόροι». Γι' αυτό και το βάπτισμα ονομάζεται «φώτισμα» και «φωτισμός». Η κατήχηση δεν ήταν απλή μετάδοση γνώσεων θρησκευτικών, ούτε παράδοση κάποιου κώδικος ηθικής, που εκαλείτο ο κατηχούμενος να εφαρμόζει. Ήταν εισαγωγή, μύηση και ένταξη σε μια ζωή, στην εν Χριστώ ζωή. Σε μια νέα ζωή, ξένη προς την ζωή του κόσμου. Όπως ο ναυτικός μαθαίνει να ταξιδεύει στη θάλασσα, το ίδιο και ο νέος πιστός μάθαινε, πώς να ταξιδεύει στην «θάλασσαν του βίου». Πώς να αποξενώνεται συνεχώς από τη ζωή της αμαρτίας -του θανάτου και να ζει εν Χριστώ την ζωή του Πνεύματος. Αν θέλαμε σήμερα να βρούμε κάτι ανάλογο, θα μπορούσαμε να παραπέμψουμε τους εαυτούς μας σε ένα ορθόδοξο Μοναστήρι και την είσοδο σ' αυτό. Ο δόκιμος μοναχός είναι -τηρουμένων των αναλογιών- ο κατηχούμενος της αρχαίας Εκκλησίας. Από τον αγώνα του να ενταχθεί στη μοναστική ζωή, μπορούμε αναλογικά να καταλάβουμε τί εσήμαινε στους πρώτους αιώνες είσοδος στην Εκκλησία. Το μοναστήρι έμεινε, από τον δ' αιώνα, η συνέχεια της ζωής της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων και το αυθεντικό υπόδειγμα χριστιανικότητας.
3. Στη ζωή της τοπικής εκκλησίας - ενορίας έχει πρωταρχική σημασία ο Πνευματικός Πατέρας, ο Γέροντας, όπως θα ονομασθεί αργότερα, που συνήθως συμπίπτει με τον Κληρικό - Εφημέριο. Γύρω από τον Πνευματικό Πατέρα μαζεύονται τα πνευματικά του τέκνα. Βέβαια στην Εκκλησία υπάρχουν και Πνευματικές Μητέρες, που αναλαμβάνουν και αυτές την ίδια υψηλή αποστολή. Οι Πνευματικοί Πατέρες (Μητέρες) πραγματοποιούν εν Χριστώ την αναγέννηση, για την οποία μίλησε ο Κύριος στον νυκτερινό μαθητή του Νικόδημο (Ιωάν. κεφ. 3), την πνευματική αναγέννηση του πιστού. Δεν είναι απλώς διδάσκαλος, παιδαγωγός, αλλά αυτός (αυτή) που αναγεννά τον άνθρωπο. Αυτό υπογραμμίζει ο Απ. Παύλος, πνευματικός Πατέρας πολλών στην εποχή του: «Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ' ου πολλούς πατέρας. εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α' Κορ. 4, 15). Ο Παύλος μας δίνει και τις συντεταγμένες της πνευματικής πατρότητος: «Εν Χριστώ»: αναγεννούν όχι δικά τους αλλά του Χριστού τέκνα, αναγεννημένοι πρώτα όντες οι ίδιοι. και «δια του ευαγγελίου»: με την μέθοδο σωτηρίας, που ο Χριστός προσφέρει στο κήρυγμα - ευαγγέλιό του. Ο Πνευματικός εν Χριστώ δημιουργεί Πνευματικούς. Εδώ όμως αναφύεται η ανάγκη να διευκρινισθεί κάπως πλατύτερα η έννοια του «Πνευματικού».
Πνευματικός στην εκκλησιαστική γλώσσα δεν είναι ο διανοητικά καλλιεργημένος, ο διανοούμενος, αλλ' αυτός που έχει Άγιο Πνεύμα μέσα του, που έχει καταστεί «ναός του Αγίου Πνεύματος», ο Πνευματοφόρος. Πνευματικοί είναι οι θεούμενοι. Οι Άγιοι. Γι' αυτό στην Ορθοδοξία δεν αναγνωρίζονται ως Άγιοι απλώς οι μεγάλοι διδάσκαλοι του Γένους, έστω και αν είναι γνωστοί ως ευσεβείς χριστιανοί, αλλ' όσοι έφθασαν στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και έδωσαν απτά σημεία γι' αυτό (χαρίσματα, θαύματα, άφθαρτα λείψανα κ.λπ.). Αυτή όμως η πορεία (των Πνευματικών) προς την θέωση δεν είναι προορισμός των ολίγων, μιας «ελίτ» στην Εκκλησία, αλλ' ΟΛΩΝ των πιστών. Προορισμός κάθε πιστού στην Ορθοδοξία είναι να φθάσει στη θέωση, να γίνει «θεός κατά χάριν». Αυτό είναι και το έργο της ενορίας. Να γίνει «εργαστήριον αγιότητος και "ιατρείον πνευματικόν"» για κάθε πιστό.
Στο σώμα του Χριστού (και συνεπώς και στη ζωή της Ενορίας) εισέρχεται ο άνθρωπος, για να θεραπευθεί. Να θεραπεύσει την αρρώστια της πτώσεως, που είναι η αδρανοποίηση της προσευχητικής λειτουργίας του «νου» (δυνάμεως της ψυχής) και η απώλεια της «μνήμης του Θεού» (της νοεράς ευχής) μέσα στην καρδιά. Ο «εσκοτισμένος» από τους λογισμούς και τα πάθη «νους» πρέπει να χωρισθεί από την «λογική» (τον λόγο, την διάνοια) και να επιστρέψει στην καρδιά, όπου είναι η οικεία του θέση. Η κάθαρση του «νου» - καρδίας από λογισμούς και πάθη είναι η θεραπεία του ανθρώπου, που (πρέπει να) συντελείται μέσα στο Πνευματικό Νοσοκομείο της Ενορίας. Χωρίς την θεραπεία αυτή, που ισοδυναμεί με την επιστροφή - επάνοδο στην προπτωτική κατάσταση της καθαρότητας του «κατ' εικόνα», δεν μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος στον φωτισμό του αγίου Πνεύματος και να δεχθεί ως θεϊκό δώρο -και στον κόσμο αυτό- την θέωση, την τελείωση της ανθρωπίνης υπάρξεως μέσα στην άκτιστη χάρη και βασιλεία του Τριαδικού Θεού. (Για το θέμα βλ. την εκτενή Εισαγωγή του π. Ι. Ρωμανίδη στο παραπάνω βιβλίο του).
Όποιος φθάσει στον αγιοπνευματικό φωτισμό αποκτά αληθινή -ανιδιοτελή- αγάπη και μπορεί να ενταχθεί σωστά στην κοινωνία των αδελφών του. Ο έχων -συνεπώς- στην καρδιά του ένοικο το Άγιο Πνεύμα είναι πραγματικό μέλος του σώματος του Χριστού, διαφορετικά μένει συνεχώς κατηχούμενος («ιδιώτης» της Α' προς Κορινθίους), έστω και αν δέχεται, μηχανικά και τυπικά, όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας.... Είναι κατηγορηματικός ο λόγος του Αποστόλου: «Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν αυτού» (Ρωμ. 8, 9). Αντίθετα, ο καθαρμένος, που έχει δεχθεί την «επίσκεψη» του Πνεύματος, έχει κατά τον ίδιο Απόστολο απτά δείγματα της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του, την «νοερά ευχή», την προσευχή του Πνεύματος «αδιάλειπτη» (Α' Θεσσ. 5, 17) στην καρδιά: «Ότι δε εστέ υιοί (επειδή φθάσατε στην κατάσταση της υιοθεσίας), εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον αββά ο Πατήρ» (Γαλ. 4, 6). Το Πνεύμα το Άγιον τότε «εντυγχάνει» (προσεύχεται) «στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26) μέσα στην καρδιά.
Η ένταξη στην πνευματική ζωή (η πορεία: κάθαρση - φωτισμός - θέωση) είναι βασική και αμετακίνητη προϋπόθεση για την ορθή ενσωμάτωση στη ζωή της εκκλησίας - ενορίας. Διότι η πνευματική ζωή, με την παραπάνω κυριολεκτική σημασία, είναι προϋπόθεση και της ορθής κοινωνικότητας. Οι κοινωνικές αρετές δεν μπορούν ποτέ να είναι ατομικά επιτεύγματα της θελήσεως του ανθρώπου, αλλά «καρποί» του Αγίου Πνεύματος (βλ. Γαλ. 5, 22: «Ο δε καρπός του Πνεύματος εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια»). Όπου δεν υπάρχει «Άγιον Πνεύμα», δεν υπάρχει ούτε και ο καρπός Του. Ο εθιμικός και κληρονομικός χριστιανισμός, που επιβλήθηκε με την πάροδο των αιώνων στη ζωή μας, είναι η αιτία της σημερινής ανωμάλου καταστάσεως, όπου ο λόγος του Χριστού μας «γινώσκω τα εμά και γινώσκομαι υπό των εμών» (Ιωάν. 10, 14) έχασε στην ενοριακή μας ζωή την σημασία του. Γι' αυτό έμεινε το Μοναστήρι -θα πω και πάλι- εις τύπον της εκκλησίας - ενορίας, γιατί εκεί (όταν λειτουργεί μέσα στην παράδοση), σώζεται ο αγώνας για κάθαρση και φωτισμό της καρδίας. Στο σημείο δε αυτό θα τολμήσω να προσθέσω, ότι ίσως μια μελλοντική πολιτειακή κατοχύρωση και του «ελευθέρου βαπτίσματος» (κατά το θέσπισμα του ελευθέρου «πολιτικού γάμου»), παρά τις ευνόητες συνέπειες, θα βοηθήσει στην επιστροφή στα αυθεντικά πλαίσια της παραδόσεώς μας....
4. Με βάση την παραπάνω αναφορά στην ορθόδοξη πνευματικότητα κατανοούμε καλύτερα τη θέση των Κληρικών στην ζωή των ενοριών μας. Θα υπογραμμίσω μερικές όψεις του θέματος.
Κληρικοί γίνονταν στους πρώτους αιώνες οι πνευματικοί - οι φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα και όχι απλώς οι «ηθικοί» και «πεπαιδευμένοι». Μη λησμονούμε ότι και οι μεγάλοι αιρετικοί (π.χ. Άρειος) ήσαν -εξωτερικά- ηθικοί και «ανεπίληπτοι». Πνευματοφόροι όμως δεν ήσαν. Ορθόδοξος δεν είναι ο «ηθικός» και θεωρητικά μη αιρετικός, αλλ' αυτός που έχει ενοίκηση του Αγ. Πνεύματος στην καρδιά του, ο θεούμενος. Αυτός πορεύεται «εν τη αληθεία» του θείου φωτισμού. Γι' αυτό θα εισηγηθώ ταπεινά, ότι είναι καλύτερο να μην καλύπτονται τα «εφημεριακά κενά» (υπαλληλική συνείδηση), αν δεν βρίσκονται, αν όχι «πνευματικοί» με την αρχαιοεκκλησιαστική σημασία (πράγμα σπανιώτατο σήμερα), τουλάχιστον άνθρωποι μετανοίας, ταπεινώσεως, προσευχής και πλούσιοι σε μοναστηριακές εμπειρίες. Η χειροτονία δεν φωτίζει μαγικά. προϋποθέτει τον αγιοπνευματικό φωτισμό. Ο μη κεκαθαρμένος και αγιοπνευματικά φωτισμένος γίνεται αχθοφόρος και όχι φορέας της χάριτος. Και ο μεν Θεός «δρα και δια των αναξίων», όπως μας καθησυχάζει ο ι. Χρυσόστομος, αλλά οι μη κεκαθαρμένοι αδυνατούν να γίνουν θεραπευτές και γιατροί των άλλων ακαθάρτων (πρβλ. «ιατρέ θεράπευσον σεαυτόν πρώτον» Λουκ. 4, 23), αφού αγνοούν την μέθοδο της καθάρσεως - θεραπείας και είναι άγευστοι της αγιοπνευματικής εμπειρίας.
Εκείνοι που κρατούν την Ορθοδοξία στον κόσμο σήμερα, είναι οι Άγιοι. Αυτοί μένουν οι γιατροί μας, με τα λόγια τους (πατερικά και λειτουργικά κείμενα), τα λείψανά τους, τα θαύματά τους. Εμείς κρατήσαμε τα κείμενα των Πατέρων, αλλ' αγνοούμε την θεραπευτική μέθοδο, που δημιουργεί αγίους και πατέρες. «Θεραπεύουμε» μόνο με τα λόγια (ευχές), αλλά χωρίς εγχείρηση, αφού ασχολούμεθα με «τελετές» και όχι με την κάθαρση των μελών της ενορίας μας. Αντί να αγωνισθούμε να θεραπεύσουμε με την χάρη του Θεού τους ανθρώπους, επιδιώκουμε να τους «εξασφαλίσουμε» θέση στον παράδεισο, αφήνοντάς τους όμως αθεραπεύτους εσωτερικά και καθιστώντας βασική επιδίωξή μας να δημιουργήσουμε «ηθικούς» και «χρηστούς» πολίτες του παρόντος κόσμου, ευπειθείς και νομοταγείς και τελικά «ευχρήστους» και όχι πολίτες της ουράνιας (άκτιστης και θείας) βασιλείας.
Γ. Η ΕΝΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Ενορία, με την πνευματικότητα και κοινωνικότητά της, ως χώρος αναπλάσεως και ανακαινίσεως της όλης ζωής, επέζησε -παρόλες τις μεταπτώσεις- σ' όλη την διάρκεια του Βυζαντίου - Ρωμανίας και της Μεταβυζαντινής περιόδου. Αναγεννητικές πνευματικές κινήσεις, όπως του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου († 1037), των Ησυχαστών (ιδ' αι.), των Κολλυβάδων (ιη' αι.) επαναπροσανατόλιζαν χριστοκεντρικά την πορεία της, ξαναφέρνοντας τον επίσκοπο -(πρεσβύτερο) ησυχαστή και θεραπευτή στη ζωή της εκκλησίας και θέτοντας την πνευματική ζωή (ως πορεία θεώσεως) στο επίκεντρο των σκοπών της εκκλησιαστικής ζωής. Από το 1821 και εδώ, υπό την επίδραση των δυτικοφρόνων διαφωτιστών και μάλιστα του Αδ. Κοραή, ο κληρικός θα εγκαταλείψει τον ησυχασμό, εγκλωβιζόμενος στον ευσεβισμό και την ηθικολογία.
Κατά την Δουλεία, στα πλαίσια της ενορίας αναπτύχθηκε ο κοινοτισμός και συνεχίσθηκε η παράδοση της κοινωνικής υπάρξεως της Ορθοδοξίας. Η κοινοτική οργάνωση της υπόδουλης Ρωμηοσύνης δεν ήταν κάτι το νέο. Ήταν ο ορθόδοξος κοινοτισμός, με θεμέλια καθαρά πνευματικά και όχι ορθολογικά. Η Δουλεία μάλιστα λειτούργησε σαν πρόκληση για την επιστροφή στην πρωτοχριστιανική κοινότητα, με την σύσφιγξη των σχέσεων των Ρωμηών και ανάπτυξη της αδελφικότητας στη ζωή τους. Στην Δουλεία συνέβη δηλαδή, σε μεγαλύτερο βαθμό και ένταση, αυτό που παρατηρείται και σήμερα ακόμη στον χώρο της ρωμαίικης διασποράς. Βέβαια, στην διαμόρφωση αυτή της ζωής συνέβαλαν τα μοναστήρια, που συνέχισαν την λειτουργία τους μέσα και έξω από τα αστικά κέντρα, όπως στη Ρωμανία / Βυζάντιο, και προσέφεραν αυθεντικά θεμέλια κοινωνικότητας. Οι υπόδουλοι Ρωμηοί, μέσα στα ενοριακά πλαίσια, είχαν ισχυρά ανεπτυγμένη τη συνείδηση του αδελφού και γι' αυτό ως αδελφοί προσφωνούνταν μεταξύ τους. Το 1835 ο Κ. Οικονόμος θα παρατηρήσει με παράπονο, ότι η νέα κουλτούρα της Ευρώπης παραμέρισε το «αδελφέ», εισάγοντας στη ζωή των Ρωμηών το φράγκικο «Κύριε» (MONSIEUR, ΜΕΙΝ HERR, SIGNORE κ.λπ.).
Στην Δουλεία η Ενορία έκλεινε μέσα της όλη τη ζωή της Κοινότητας. Και οι συντεχνίες, με τους Αγίους - Προστάτες τους, τον Ναό είχαν ως κέντρο και αφετηρία της δραστηριότητάς τους. Η Ενορία διακρατούσε την πνευματική ζωή, κατεύθυνε τον πνευματικό αγώνα, οδηγούσε στην μετάνοια και στην συναδέλφωση, ιδιαίτερα κατά την Μ. Τεσσαρακοστή και το Πάσχα, με την αλληλοσυγχώρηση. Όλα τα κοινωνικά γεγονότα είχαν ως κέντρο και αφετηρία την Θεία Ευχαριστία και τον Ναό. Δραστηριότητες της αγροτικής ζωής (σπορά, όργωμα, θέρισμα, συγκομιδή καρπών), η «ξέλαση» (συμπαράσταση στις γεωργικές δουλειές εκείνων που είχαν κάποια ανάγκη), η παιδεία, με δάσκαλο κατά κανόνα τον Παπά - εφημέριο, τα ατομικά γεγονότα, που γίνονται και κοινωνικά (γέννηση, βάπτιση, γάμος, κηδεία), τα πανηγύρια στη μνήμη των Αγίων, σε συνδυασμό με εμποροπανηγύρεις κ.τ.ό. Και πάνω απ' όλα, ή καλύτερα μέσα σε όλα, ο Παπάς, Πνευματικός Πατέρας - Φίλος - Αδελφός - Σύμβουλος - Συμπαραστάτης.
Δεν είναι, συνεπώς, καθόλου ανερμήνευτη η άγρια πολεμική των Φράγκων - Βαυαρών, των δυτικών Μισσιοναρίων και των φραγκευμένων συνεργατών τους Ελλήνων εναντίον των Μοναστηριών, των Μοναχών και των παραδοσιακών Κληρικών της Ρωμηοσύνης. Γιατί γνώριζαν καλά, ότι μέσω αυτών διασωζόταν ο πολιτισμός (κοινοτισμός) της Ρωμηοσύνης, που ήθελαν να καταστρέψουν, για να επιτευχθεί η εκφράγκευσή μας. Αν σκεφθούμε, πως στα 1833 βρέθηκαν κάπου 600 Μοναστήρια στη μικρή ελεύθερη Ελλάδα, της Στερεάς και του Μοριά, σημαίνει πως δίπλα σε κάθε μεγαλοχώρι υπήρχε και ένα ή περισσότερα Μοναστήρια, που λειτουργούσαν, παρά τα αντίθετα από την πλευρά των εχθρών της Ρωμηοσύνης λεγόμενα, σαν πνευματικά νοσοκομεία και κολυμβήθρα αναγεννήσεως για τους Ραγιάδες. Και αυτό το γνώριζε καλά η Φραγκιά. Γιατί χιλιάδες (φαινομενικά) περιηγητές και στην ουσία κατάσκοποί της αλώνιζαν σ' όλη τη διάρκεια της Δουλείας την Ρωμαίικη Ανατολή και γνώριζαν κάθε λεπτομέρεια της ζωής της. Κατά τον καλό γνώστη της ιστορίας μας αείμνηστο βρετανό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν ήταν ευτυχή τα χωριά, που είχαν την τύχη να έχουν κοντά τους Μοναστήρι, γιατί αυτό διακρατούσε την ταυτότητα των Ρωμηών και λειτουργούσε ως χώρος πνευματικού και εθνικού αναβαπτισμού τους.
Η καταστροφική μανία των Δυτικών και των Δυτικοπλήκτων κατά των Μοναστηριών χρησιμοποίησε το όπλο, είτε του κλεισίματός τους, είτε της αχρηστεύσεώς τους, με την μεταβολή της λειτουργίας και προσφοράς τους. Το τελευταίο σήμαινε εξομοίωση του ρωμαίικου μοναχισμού με τον δυτικό μοναχισμό, την μετάθεσή του δηλαδή από τον πνευματικό, θεραπευτικό και αναγεννητικό του ρόλο σε παράγοντα κοινωνικής ωφελείας και κοινωνικού ακτιβισμού, κατά τα φραγκικά πρότυπα (πρβλ. τα παπικά μοναχικά τάγματα). Σύντομα δε, θα οδηγηθούμε στον «κοσμικό μοναχισμό» διαφόρων οργανωμένων ομάδων, που βάση τους δεν θα είναι η αποστολικοπατερική αποστολή του μοναχισμού, αλλά η κοινωνική ιεραποστολή και προσφορά κατά τα δυτικά πρότυπα. Έτσι έχασε και η Ενορία την επαφή της, ιδίως στα αστικά κέντρα, με το Μοναστήρι και χάθηκε το πρότυπο διαμορφώσεως και της ενοριακής ζωής, η οποία προσαρμόσθηκε στις κοινωνικές απαιτήσεις της εποχής και στα δυτικά πλαίσια αναπτύξεώς της. Οι συντηρητικοί της εποχής (ΙΘ' αι.) έπεσαν θύματα της δυτικής αντιμοναστικής προπαγάνδας και συνέβαλαν και αυτοί στην δημιουργία μιας «Νεοελληνικής Εκκλησίας» (κατά τον όρο του Κ. Οικονόμου) ερήμην του παραδοσιακού μοναχισμού και των πνευματικών προϋποθέσεών του.
Δ'. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Το ερώτημα συνεπώς είναι ευνόητο: τί μπορεί να γίνει σήμερα; Δεν θα απαντήσουμε με δεοντολογίες, εύκολες στη διατύπωση, αλλά δυσκολότατες σε εφαρμογή. Θα επισημάνουμε μερικές αναγκαιότητες, χωρίς την επιδίωξη των οποίων κάθε αληθινή αναγέννηση της ενοριακής και εκκλησιαστικής ζωής μας είναι αδύνατη.
Πρώτιστη ανάγκη είναι να βιώνεται η εσχατολογική αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας και στη σημερινή ιστορική πραγματικότητα. Πώς δηλαδή θα λειτουργήσουμε, όλοι μαζί και η ενοριακή ζωή μας, ορθόδοξα, μέσα στα σημερινά πολιτικά - πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα. Αυτή, άλλωστε, είναι η στάση της Ορθοδοξίας σε κάθε εποχή. Διακρατεί τη συνέχειά της, όχι μέσω κάποιας συντηρητικής διασύνδεσης με το παρελθόν, αλλά παροντοποιώντας την παράδοσή της στο κάθε παρόν, κινουμένη στο δικό της διαρκές παρόν ζωής και μαρτυρίας. Αυτό πραγματοποιείται με την διατήρηση των πλαισίων της, μέσα στα οποία η ζωή της μπορεί να γίνεται διαρκές βίωμα.
Καμιά δυνατότητα όμως δυναμικής επιστροφής στην παράδοσή μας δεν είναι δυνατή, αν δεν ξεκαθαρισθεί πρώτα τί επιδιώκουμε. Αν δεν συνειδητοποιηθεί η κατάστασή μας και η απόστασή της από την ορθόδοξη αυθεντικότητα (αυθεντική Ορθοδοξία) και αν δεν μας κυριεύσει ο «μανικός έρωτας» του «πρωτοκτίστου κάλλους» μας. Άλλωστε αυτό συμβαίνει πάντα. χωρίς συνειδητοποίηση της αμαρτίας η μετάνοια είναι αδύνατη. Ερωτάται όμως: πώς θα γνωρίζει ο σημερινός ορθόδοξος ποια είναι η αυθεντική ορθόδοξη ζωή, αν δεν έχει συνεχή και άμεση επαφή με την πατερική παράδοση; Είναι τραγικό, ότι συνεχώς τροφοδοτούμεθα θεολογικά από «λάκκους συντετριμμένους». Προτεσταντικά και Παπικά θεολογικά βιβλία, γεμάτα διανοητικισμό, στοχασμό και μεταφυσική, φαντασία δηλαδή και αυτοσχεδιασμό, διαβάζονται ως εκκλησιαστική θεολογία όχι μόνο από τους σπουδάζοντες στο Εξωτερικό, αλλά και μέσα στη Χώρα μας, μεταφραζόμενα από θαυμαστές της ωραιολογίας και των στοχαστικών φιλοσοφικών διεισδύσεων και προσφερόμενα ως η κορυφή της θεολογικής «επιστήμης». Έτσι, οικοδομούμε ένα «ευρωπαϊκό χριστιανισμό», σαν αυτόν, που είχε επιθυμήσει και σχεδιάσει για την νέα Ελλάδα ο μακαρίτης Αδ. Κοραής, αλλά ολότελα ξένο προς την σώζουσα πατερική πνευματικότητα. Μέσα στους Πατέρες και την Λατρεία της Εκκλησίας θα βρούμε ανόθευτη την χριστιανική παράδοση. Και είναι ευλογία, που τόσες πατερικές εκδόσεις κυκλοφορούν στις ημέρες μας. Χρειάζονται όμως τα κατάλληλα κλειδιά στη μελέτη των Πατέρων και αυτά μόνο ο Πατερικά αναγεννημένος μπορεί να μας προσφέρει.
Μόνο πατερικά μπορεί να συνειδητοποιηθεί, ότι κύριος σκοπός της Ενορίας δεν είναι να επιτελεί απλά κάποιο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο ή να εξαντλείται σε «τελετές» και «πανηγύρεις» και ληξιαρχικές διεκπεραιώσεις, αλλά να είναι ζωντανό και ενεργό «εργαστήριο» σωτηρίας - θεώσεως. Να είναι στίβος αγώνα κατά του θανάτου, της αμαρτίας, της φθοράς και κολυμβήθρα αναγεννήσεως και αναστάσεως. Το κοινωνικό (φιλανθρωπικό) έργο τότε θα είναι εντεταγμένο μέσα στον αγώνα θεώσεως, η δε κοινωνικότητα και αδελφικότητα, θα είναι φυσικοί καρποί της κοινωνίας με την Άκτιστη Θεία Χάρη.
Όταν η Ενορία αποκτήσει επίγνωση του αληθινού λόγου υπάρξεώς της, τότε θα παύσει να είναι τόπος περιπτωσιακής συνάντησης, και θα γίνει το απόλυτο κέντρο της όλης ζωής γι' αυτούς, έστω, που θέλουν να είναι χριστιανοί. Τότε ο Ναός δεν θα περιορίζεται σε χώρο τελετών ή έστω -στην καλύτερη περίπτωση- σε κέντρο λατρείας, αλλά θα λειτουργεί, όπως ακριβώς το «Καθολικό» σε ένα Μοναστήρι. Όπως στο μοναστικό Κοινόβιο υπάρχει μόνιμη διασύνδεση ανάμεσα στην Αγία Τράπεζα, την Τράπεζα και το Κελλί, και η λειτουργία του Ναού συνεχίζεται στη λειτουργία της Τραπέζης και του Κελλιού, έτσι και σε μια αυθεντική Ενορία, η λειτουργία του ενοριακού κέντρου προεκτείνεται στο σπίτι του κάθε ενορίτη, που γίνεται και αυτό «κατ' οίκον» εκκλησία. Η συμπληρωματικότητα και αλληλοπεριχώρηση Ναού και Οικίας είναι επιβεβλημένη. Θα προσέθετα: και Κοινοτικού ή Δημοτικού Καταστήματος, όπως στην Τουρκοκρατία.
Τότε επιτυγχάνεται η αναγκαία ενότητα πνευματικής και κοινωνικοπολιτικής ζωής που είναι η φυσική ζωή του ορθοδόξου. Αυτή την έννοια έχει ο Αγιασμός «επί εγκαταστάσει Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής», που βρίσκουμε μέσα στο Ευχολόγιό μας. (Εκεί διαβάζουμε στην Ευχή λ.χ.: «... έδωκας πάλιν άρχοντας ημίν, εις το άρχειν και κρίνειν ανά μέσον του λαού.... Συ έδωκας ημίν άρχοντας κατά την καρδίαν ημών, αυτός δε και δος αυτοίς άρχειν μετ' επιστήμης... Κατάστησον αυτούς διακόνους εις το αγαθόν. τας οδούς σου γνώρισον αυτοίς και οδήγησον αυτούς επί την αλήθειάν σου, ίνα πορευθώσιν εν ακακία και στώσιν εν ευθύτητι. Διακονησάτωσαν και ου διακονηθήτωσαν. ουκ άρξουσιν ούτοι εν ημίν, αλλά Συ άρξεις ημών δι' αυτών...»). Έτσι αποκτά η Ενοριακή ζωή την ενότητα και πληρότητά της, η οποία σύμφωνα με τα κείμενα της παραδόσεώς μας είναι θεωρητικά δεδομένη, αλλ' η πράξη παραλλάσσει, γιατί δεν διαμορφώνεται σύμφωνα με τις Ευχές, αλλά με βάση ξένα πρότυπα, εισαγόμενα στον Τόπο μας και επιβαλλόμενα στανικά στη ζωή μας.
Αυτή όμως η καθολική αυτοπαράδοσή μας στην ενοριακή ζωή απαιτεί την απόλυτη αποδέσμευσή μας από τα οποιαδήποτε δεσμά του κόσμου. Από πολιτικές παρατάξεις λ.χ. και ιδεολογίες, αλλά και συσσωματώσεις διάφορες -οποιασδήποτε φύσεως-, που ή αντιποιούνται το έργο της Ενορίας ή το περιθωριοποιούν και το αποδυναμώνουν. Έτσι θα διορθωθεί μια τάση, που άρχισε από τον Απ. Μακράκη († 1905): αντί να επιδιώκεται δηλαδή η αναγέννηση της υπάρχουσας ενορίας, να εγκαταλείπεται η ενορία για χάρη μιας παρ-ενορίας, όχι έστω με την έννοια της παρεκκλησιαστικότητας, αλλά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η εποχή μας, με όλη την πρόοδο που παρατηρείται στην αναπροσαρμογή των νοοτροπιών μας, προσφέρεται για μια τέτοια επανενοριοποίηση της όλης ζωής μας.
Η «επιστροφή» αυτή (θα την έλεγα καλύτερα: μετάνοια) είναι με την χάρη του Θεού δυνατή. Γιατί ο Θεός θέλησε να μείνει -παρά τις προσπάθειες πολλών για το αντίθετο- ζωντανό και ενεργό στη ζωή μας το πρότυπο της ενοριακής ζωής, που είναι το κοινοβιακό Μοναστήρι. Όσο υπάρχουν ορθόδοξα Μοναστήρια, δεν χάνεται η ελπίδα μας. Πάντα στην Ορθοδοξία (από τον δ' αι.), διαμορφωνόταν η ενοριακή ζωή με βάση την λειτουργία του Μοναστηριού. Αυτό που μερικοί «προοδευτικοί» (κληρικοί και λαϊκοί) της εποχής, την εξάρτησή μας δηλαδή από το Μοναστήρι, το θεωρούν ως κατάρα, στην ιστορία της Ρωμηοσύνης λειτούργησε ως ευλογία. Το Μοναστήρι, άλλωστε, έγινε στην εκκλησιαστική ζωή μας πρότυπο και κανόνας ζωής από το δ' αιώνα, γιατί προηγουμένως οι χριστιανικές κοινότητες αναπτύσσονταν σαν κοινόβια μέσα στον κόσμο, συνδυάζοντας πνευματικότητα και κοινωνικότητα, σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής.
Είναι όμως συνήθεια να ζητά κανείς (από τον Ομιλητή) και κάτι πρακτικότερο: συγκεκριμένη γραμμή πορείας. Προσωπική μου γνώμη είναι, ότι δεν έχει ανάγκη ο άνθρωπος από τέτοια σχέδια (συνταγές), αλλά μόνο από Χάρη. «Ζητείτε και ευρήσετε», όπως ακριβώς και στον πνευματικό αγώνα. Παρόλα αυτά, θα αναφερθώ δειγματοληπτικά και σε μερικά μικρά βήματα, που μπορούν να σημαδεύσουν κάποια αρχή της προσπάθειάς μας.
Το πρώτο αναγκαιότατο βήμα νομίζω πως είναι ο επανευαγγελισμός όλων μας. Η επανασύνδεσή μας, έστω θεωρητικά στην αρχή, με την πατερική παράδοση. Η επαναγνωριμία της. Αν δεν αποκτήσουμε συνειδησιακή ενότητα πατερική μέσα μας, πατερικό φρόνημα και «νουν Χριστού», είναι τελείως αδύνατη κάθε προσπάθεια, όσο καλή θέληση και αν υπάρχει. Γιατί υπάρχει τόση πνευματική σύγχυση, τόση πλάνη και ασυμφωνία έχει κυριεύσει την συνείδησή μας, που καμιά ενότητα δεν μπορεί να δημιουργηθεί και συμφωνία. Αιώνες τώρα στιβάζεται μέσα μας τόσο κοσμικό πνεύμα, τόσος παπισμός και προτεσταντισμός, που τα ορθόδοξα κριτήρια έχουν τελείως ταφεί και τα αντανακλαστικά μας παντελώς αδρανήσει. Οι Κληρικοί κατά κανόνα «παπίζουμε» και οι λαϊκοί κατά κανόνα «προτεσταντίζουν».
Θα πρότεινα -και στηρίζεται αυτό σε προσωπική εμπειρία- μια επανακατήχησή μας με τα έργα των Κολλυβάδων και κυρίως του Αγίου Νικοδήμου, αλλά και του Πατροκοσμά. Χρειάζεται μια ανοδική πορεία. Από το Γεροντικό να περάσουμε στο «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο» του Αγίου Νικοδήμου και απ' εκεί στην Φιλοκαλία του. Θα είναι μια πορεία ταπεινής μαθητείας, όπως στο παιδί, που ξεκινά από το Νηπιαγωγείο, για να φθάσει στο Πανεπιστήμιο. Αυτό πρέπει να γίνει στόχος όλων μας, κληρικών και λαϊκών. Θα τολμήσω να πω, θεολόγων και μη θεολόγων. Όσοι δεν πέρασαν αυτό τον δρόμο, είναι ανάγκη αμέσως να τον αρχίσουν. Η όλη προσπάθεια θα ενισχύεται, βέβαια, από την πυκνή λατρευτική και μυστηριακή ζωή μας μέσα στην Ενορία. Η ενότητά μας στον πνευματικό αγώνα θα οδηγήσει συν Θεώ στην ενότητα φρονήματος, και το εν Χριστώ φρόνημά μας στην εν Χριστώ αναγέννηση και αύξησή μας.

ΠΗΓΗ: "ΕΝΟΡΙΑ - Η μεγάλη μας οικογένεια"
Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»